συγκατάκειμαι: Difference between revisions
Ἐσθλῷ γὰρ ἀνδρὶ τἆσθλὰ καὶ διδοῖ θεός → Bonis hominibus quid nisi bona det deus? → Dem edlen Mann gibt Gott auch das, was edel ist
(39) |
(39) |
||
Line 18: | Line 18: | ||
{{bailly | {{bailly | ||
|btext=être couché avec qqn sur un lit de table : [[οἱ]] συγκατακείμενοι PLUT les convives.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[κατάκειμαι]]. | |btext=être couché avec qqn sur un lit de table : [[οἱ]] συγκατακείμενοι PLUT les convives.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[κατάκειμαι]]. | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=ΜΑ<br />[[κοιμάμαι]] [[μαζί]] με κάποιον και [[έρχομαι]] σε σαρκική [[μίξη]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[παρακάθημαι]] σε [[δείπνο]]<br /><b>2.</b> (το αρσ. πληθ. μτχ. ως ουσ.) <i>οἱ συγκατακείμενοι</i><br />οι συνδαιτυμόνες.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>συν</i>- <span style="color: red;">+</span> [[κατάκειμαι]] «[[είμαι]] ξαπλωμένος, [[παρακάθημαι]] σε [[συμπόσιο]]»]. | |||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=ΜΑ<br />[[κοιμάμαι]] [[μαζί]] με κάποιον και [[έρχομαι]] σε σαρκική [[μίξη]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[παρακάθημαι]] σε [[δείπνο]]<br /><b>2.</b> (το αρσ. πληθ. μτχ. ως ουσ.) <i>οἱ συγκατακείμενοι</i><br />οι συνδαιτυμόνες.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>συν</i>- <span style="color: red;">+</span> [[κατάκειμαι]] «[[είμαι]] ξαπλωμένος, [[παρακάθημαι]] σε [[συμπόσιο]]»]. | |mltxt=ΜΑ<br />[[κοιμάμαι]] [[μαζί]] με κάποιον και [[έρχομαι]] σε σαρκική [[μίξη]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[παρακάθημαι]] σε [[δείπνο]]<br /><b>2.</b> (το αρσ. πληθ. μτχ. ως ουσ.) <i>οἱ συγκατακείμενοι</i><br />οι συνδαιτυμόνες.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>συν</i>- <span style="color: red;">+</span> [[κατάκειμαι]] «[[είμαι]] ξαπλωμένος, [[παρακάθημαι]] σε [[συμπόσιο]]»]. | ||
}} | }} |
Revision as of 12:35, 29 September 2017
English (LSJ)
Pass.,
A lie with, of sexual intercourse, ἀνδράσι Ar.Ec.614 (anap.): abs., Pl.Smp.191e, Phdr.255e. 2 recline with at meals, δεσπότῃ, of a dog, Gal.18(1).291: abs., οἱ συγκατακείμενοι the guests, Plu. 2.660a.
German (Pape)
[Seite 965] (s. κεῖμαι), zugleich mit Einem od. zusammenliegen, Ar. Eccl. 614; ὅταν συγκατακέωνται, Plat. Phaedr. 256 a, u. öfter.
Greek (Liddell-Scott)
συγκατάκειμαι: παθητ., συγκοιμῶμαι, ἐπὶ σαρκικῆς μίξεως, ἀνδράσι Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 614· ἀπολ., Πλάτ. Συμπ. 191Ε. Φαῖδρ. 255Ε. 2) ἀνάκειμαι ὁμοῦ ἐν δείπνῳ, οἱ συγκατακείμενοι, οἱ συνδαιτυμόνες, Πλούτ. 2. 660Α.
French (Bailly abrégé)
être couché avec qqn sur un lit de table : οἱ συγκατακείμενοι PLUT les convives.
Étymologie: σύν, κατάκειμαι.
Greek Monolingual
ΜΑ
κοιμάμαι μαζί με κάποιον και έρχομαι σε σαρκική μίξη
αρχ.
1. παρακάθημαι σε δείπνο
2. (το αρσ. πληθ. μτχ. ως ουσ.) οἱ συγκατακείμενοι
οι συνδαιτυμόνες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + κατάκειμαι «είμαι ξαπλωμένος, παρακάθημαι σε συμπόσιο»].
Greek Monolingual
ΜΑ
κοιμάμαι μαζί με κάποιον και έρχομαι σε σαρκική μίξη
αρχ.
1. παρακάθημαι σε δείπνο
2. (το αρσ. πληθ. μτχ. ως ουσ.) οἱ συγκατακείμενοι
οι συνδαιτυμόνες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + κατάκειμαι «είμαι ξαπλωμένος, παρακάθημαι σε συμπόσιο»].