Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "χανδόν"

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
(Autenrieth)
(46)
Line 18: Line 18:
 
{{Autenrieth
 
{{Autenrieth
 
|auten=([[χαίνω]]): lit., ‘[[with]] [[open]] [[mouth]],’ [[greedily]], Od. 21.294†.
 
|auten=([[χαίνω]]): lit., ‘[[with]] [[open]] [[mouth]],’ [[greedily]], Od. 21.294†.
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=και βοιωτ. τ. [[χάδαν]] Α<br /><b>επίρρ.</b><br /><b>1.</b> με ανοιχτό [[στόμα]], με άπληστη [[επιθυμία]], [[λαίμαργα]] («χανδὸν ἀμέτρητον δέκεται [[ποτόν]]», <b>Νίκ.</b> Θηρ.)<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> σε μεγάλο βαθμό, υπερβολικά («χανδὸν ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου», Φιλόστρ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>χᾰν</i>- του ρ. [[χαίνω]] (<b>βλ. λ.</b> [[χάσκω]]) <span style="color: red;">+</span> επιρρμ. κατάλ. -<i>δόν</i> (<b>πρβλ.</b> [[φανδόν]])].
 
}}
 
}}

Revision as of 12:55, 29 September 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χανδόν Medium diacritics: χανδόν Low diacritics: χανδόν Capitals: ΧΑΝΔΟΝ
Transliteration A: chandón Transliteration B: chandon Transliteration C: chandon Beta Code: xando/n

English (LSJ)

Adv.

   A with mouth wide open, greedily, eagerly, [οἶνον] χ. ἑλεῖν Od.21.294, cf. Call.Aet.1.1.11, Nic.Th.341, Opp.C.4.430 (cj.), etc.; in late Prose χ. ἐκπιεῖν, πιέσθαι, πίνειν, Gal.15.735, Luc.Merc. Cond.7, Jul.Mis.338c; σπᾶν D.C.71.10; metaph., χ. ἐνεπίμπλαντο εὐχῶν Luc.Alex.14; χ. ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου Philostr.Im.2.22.

Greek (Liddell-Scott)

χανδόν: ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν στόμα, ἀπλήστως, ἀθρόως, οἶνον χανδὸν ἑλεῖν Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ τύπος χανδὰ μνημονεύεται ὡσαύτως παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «χανδόν· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· κεχηνότως καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.

French (Bailly abrégé)

adv.
en ouvrant la bouche, à pleine bouche ; fig. avidement.
Étymologie: χαίνω, -δον.

English (Autenrieth)

(χαίνω): lit., ‘with open mouth,’ greedily, Od. 21.294†.

Greek Monolingual

και βοιωτ. τ. χάδαν Α
επίρρ.
1. με ανοιχτό στόμα, με άπληστη επιθυμία, λαίμαργα («χανδὸν ἀμέτρητον δέκεται ποτόν», Νίκ. Θηρ.)
2. μτφ. σε μεγάλο βαθμό, υπερβολικά («χανδὸν ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου», Φιλόστρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χᾰν- του ρ. χαίνω (βλ. λ. χάσκω) + επιρρμ. κατάλ. -δόν (πρβλ. φανδόν)].