προώλης: Difference between revisions

From LSJ

Οὕτως γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον → For God so loved the world that he gave his only begotten Son that whosoever believeth in him should not perish but have everlasting life (John 3:16)

Source
(4)
(nl)
Line 27: Line 27:
{{elru
{{elru
|elrutext='''προώλης:''' совершенно погибший, уничтоженный (только в клятвенной формуле): [[ἐξώλης]] ἀπολοίμην καὶ π.! Dem. да погибну я и пропаду бесследно!
|elrutext='''προώλης:''' совершенно погибший, уничтоженный (только в клятвенной формуле): [[ἐξώλης]] ἀπολοίμην καὶ π.! Dem. да погибну я и пропаду бесследно!
}}
{{elnl
|elnltext=προώλης -ες [πρό, ὄλλυμι] vernietigd:. ἐξώλης καὶ προώλης met wortel en tak uitgeroeid Dem. 19.172.
}}
}}

Revision as of 11:04, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: προώλης Medium diacritics: προώλης Low diacritics: προώλης Capitals: ΠΡΟΩΛΗΣ
Transliteration A: proṓlēs Transliteration B: proōlēs Transliteration C: proolis Beta Code: prow/lhs

English (LSJ)

ες, (ὄλλυμι)

   A utterly destroyed or ruined, ἐξώλης καὶ π. D.19.172, cf. 18.324, Ael.Fr.325, Ἀρχ. Δελτ. 11 παρ. 20 (Lesbos, πρωώλ-).

German (Pape)

[Seite 801] ες, vorher verdorben, unglücklich, ἐξώλης ἀπολοίμην καὶ προώλης Dem. 19, 172, u. in derselben Vrbdg 18, 324.

Greek (Liddell-Scott)

προώλης: -ες, (ὄλλυμι) κατεστραμμένος προηγουμένως, ἄξιος νὰ χαθῇ κακὸς κακῶς προώρως, ἐξώλης καὶ πρ. (ἴδε ἐξώλης) Δημ. 395. 7, πρβλ. 332· 22· ἄβιος καὶ πρ. σὺν τῷ σπέρματι ἀποθάνοι Συλλ. Ἐπιγρ. 3915. 47, πρβλ. Σουΐδ. ἐν λ. σοβαρόν.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
entièrement perdu, anéanti.
Étymologie: πρό, ὄλλυμι.

Greek Monolingual

-ες / προώλης, -ῶλες, ΝΑ, και λεσβιακός τ. πρωώλης, -ῶλες, Α
φρ. «εξώλης και προώλης» — ολωσδιόλου διεφθαρμένος στην ψυχή και στο σώμα
αρχ.
τελείως κατεστραμμένος, αφανισμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + -ώλης (< ὄλλυμι «καταστρέφω»), με έκταση λόγω συνθέσεως (πρβλ. εξ-ώλης, παν-ώλης)].

Greek Monotonic

προώλης: -ες (ὄλλυμι), κατεστραμμένος από πριν, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

προώλης: совершенно погибший, уничтоженный (только в клятвенной формуле): ἐξώλης ἀπολοίμην καὶ π.! Dem. да погибну я и пропаду бесследно!

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προώλης -ες [πρό, ὄλλυμι] vernietigd:. ἐξώλης καὶ προώλης met wortel en tak uitgeroeid Dem. 19.172.