καθαίρεσις: Difference between revisions
Φίλον βέβαιον ἐν κακοῖσι μὴ φοβοῦ → Fidelem amicum ne time in rebus malis → Hab in der Not nicht Angst vor einem treuen Freund
m (Text replacement - "Ggstz " to "<span class="ggns">Gegensatz</span> ") |
m (Text replacement - "<b class="num">(\d+)\)" to "<b class="num">$1") |
||
Line 20: | Line 20: | ||
}} | }} | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''κᾰθαίρεσις:''' εως ἡ<br /><b class="num">1 | |elrutext='''κᾰθαίρεσις:''' εως ἡ<br /><b class="num">1</b> [[разрушение]], [[снос]], [[уничтожение]] (τοῦ Πανάκτου Thuc.; τῶν τειχῶν Xen.; ὀχυρωμάτων NT);<br /><b class="num">2</b> [[уменьшение]], [[убывание]] (τῶν ὄγκων Plat.);<br /><b class="num">3</b> [[исхудание]] (τῶν σωμάτων Arst.);<br /><b class="num">4</b> [[умерщвление]], [[убийство]] (sc. Κλεοπάτρας Plat.);<br /><b class="num">5</b> [[отнимание]]: [[ἔστι]] τὸ [[ἄπειρον]] ἐπὶ καθαιρέσει Arst. бесконечное существует (для нас) путем отнимаиия, т. е. как негативное понятие. | ||
}} | }} | ||
{{StrongGR | {{StrongGR |
Revision as of 14:30, 25 November 2022
English (LSJ)
εως, ἡ, A pulling down, demolition, Th.5.42, Isoc.7.66, X.HG2.2.15, IG22.1672.75 (iv B.C.), PMagd.9.6 (iii B.C.), etc.: metaph., τινῶν, opp. οἰκοδομή, 2 Ep.Cor.10.8; ἀναστήσωμεν τὴν κ. τοῦ λαοῦ ἡμῶν LXX 1 Ma.3.43: in concrete sense, αἱ καθαιρέσεις the débris, Ph.Bel.92.31. 2 generally, overthrow, subjugation, Jul.Caes. 320d; τῆς ἀνέτου ἐξουσίας Hdn.2.4.4; Ἰουλιανοῦ Id.3.1.1; killing, Plu.Ant.82. 3 reduction, diminution, opp. πρόσθεσις, Arist.Ph. 207a23: Medic., bringing down superfluous flesh, lowering, reducing, Hp.Epid.6.3.1, cf. Gal.17(2).368; τῶν σωμάτων Arist.GA738a31; τῶν ὄγκων Pl.Ti.58e. 4 eclipse of sun or moon (with reference to the magical process of drawing down those bodies), Sch.A.R.3.533 (pl.).
German (Pape)
[Seite 1279] ἡ, das Herunternehmen, Niederwerfen, -reißen, Zerstören; τῶν ὄγκων Plat. Tim. 58 a; τοὺς νεωσοίκο υς ἐπὶ καθαιρέσει ἀποδόσθαι, zur Niederreißung verpachten, Isocr. 7, 66; Xen. Hell. 2, 2, 15 u. Sp. Gegensatz von αὔξησις, Arist. phys. ausc. 3, 6; σωμάτων, Abmagerung, gen. an. 2, 4; Hippocr. – Das Tödten, der Mord, Plut. Anton. 82 u. A. – Absetzung, Ἰουλιανοῦ Hdn. 3, 1, 1.
French (Bailly abrégé)
εως (ἡ) :
1 destruction (d'une ville, etc.);
2 meurtre.
Étymologie: καθαιρέω.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
καθαίρεσις -εως, ἡ [καθαιρέω] afbraak, verwoesting:; τοῦ Πανάκτου καθαίρεσις de verwoesting van Panacton Thuc. 5.42.1; overdr.: εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν om u te schaden NT 2 Cor. 10.8. levensbeeïndiging:. συνεργὸς τῆς καθαιρέσεως helper bij haar levensbeeïndiging Plut. Ant. 82.4. het slinken; geneesk. vermagering.
Russian (Dvoretsky)
κᾰθαίρεσις: εως ἡ
1 разрушение, снос, уничтожение (τοῦ Πανάκτου Thuc.; τῶν τειχῶν Xen.; ὀχυρωμάτων NT);
2 уменьшение, убывание (τῶν ὄγκων Plat.);
3 исхудание (τῶν σωμάτων Arst.);
4 умерщвление, убийство (sc. Κλεοπάτρας Plat.);
5 отнимание: ἔστι τὸ ἄπειρον ἐπὶ καθαιρέσει Arst. бесконечное существует (для нас) путем отнимаиия, т. е. как негативное понятие.
English (Strong)
from καθαιρέω; demolition; figuratively, extinction: destruction, pulling down.
English (Thayer)
καθαιρεσεως, ἡ (καθαιρέω, which see), a pulling down, destruction, demolition: ὀχυρωμάτων (A. V. of strongholds), τῶν τειχῶν, Xenophon, Hell. 2,2, 15; 5,1, 35; Polybius 23,7, 6; Diodorus excerpt. leg. 13; destructio murorum, Suetonius, Galba 12); εἰς οἰκοδομήν καί οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, for building up (increasing) not for casting down (the extinction of) the godly, upright, blessed life you lead in fellowship with Christ (see οἰκοδομή, 1): Thucydides down.)
Greek Monotonic
καθαίρεσις: -εως, ἡ (καθαιρέω), ανατροπή, κατεδάφιση, σε Θουκ., Ξεν.· καταστροφή, σε Καινή Διαθήκη
Greek (Liddell-Scott)
καθαίρεσις: -εως, ἡ, τὸ καθαιρεῖν, καταστρέφειν, καταστροφή, φόνος, σφαγή, Στησίχ. παρὰ Σουΐδ., Πλουτ. Ἀντών. 82· κατάλυσις, κατεδάφισις, Θουκ. 5. 42, Ἰσοκρ. 153Β, Ξεν. Ἑλλ. 2. 2, 15· ἡ τῆς ἐξουσίας, κατάλυσις, ἀνατροπή, Ἡρῳδιαν. 2. 4, 9, πρβλ. Β΄ Ἐπιστ. π. Κορ. ι΄, 8· ἡ κ. τοῦ λαοῦ = ὁ λαὸς ὁ καθαιρεθεὶς Ἑβδ. (Α΄ Μακκ. Γ 43)· - αἱ καθαιρέσεις, τὰ ἐρείπια, Ἀθήν. περὶ Μηχανημάτ. 92Β. 2) ἐλάττωσις, μείωσις, ἀντίθετον τῷ αὔξη, πρόσθεσις, Ἀριστ. φυσ. 3. 6, 9, κἑξ: - ἐν τῇ ἰατρικῇ, ἐλάττωσις τῆς πλεοναζούσης σαρκός, ἴσχνανσις, Ἱππ. 1174G· τῶν σωμάτων Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 2. 4, 11· τῶν ὄγκων Πλάτ. Τίμ. 58Ε· = πρβλ. καθαιρέω ΙΙ. 6. 3) καθαίρεσις ἐκ τοῦ ἀξιώματος, Ἡρῳδιαν. 3. 1, 1· ἰδίως ἐπὶ ἐπισκόπου ἢ πρεσβυτέρου ἕνεκα ἀξιοποίνου πράξεως, Ἀλέξ. Ἀλ. 577C, 581Β, Συνόδ. Ἀντιοχ. 1, Ἀθαν. Ι. 260D, Ἐπιφάν. ΙΙ. 200Α, κλ. 4) ἔκλειψις ἡλίου καὶ σελήνης, «τινὲς δὲ καὶ τὰς ἐκλείψεις ἡλίου καὶ σελήνης καθαιρέσεις ἐκάλουν τῶν θεῶν» Σχόλ. εἰς Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 533.
Middle Liddell
καθαίρεσις, εως καθαιρέω
a pulling down, rasing to the ground, Thuc., Xen.: destruction, NTest.
Chinese
原文音譯:kaqa⋯resij 卡特-埃西士
詞類次數:名詞(3)
原文字根:向下-舉起 (著) 相當於: (הָרַס)
字義溯源:毀壞,拆除,敗壞,毀滅,攻破;源自(καθαιρέω)=取下);由(κατά / καθεῖς / καθημέραν / κατακύπτω)*=下,按照)與(αἱρέομαι)*=取為己有)組成。參讀 (ἀπώλεια)同義字參讀 (καθαιρέω)同源字
出現次數:總共(3);林後(3)
譯字彙編:
1) 敗壞(2) 林後10:8; 林後13:10;
2) 攻破(1) 林後10:4
English (Woodhouse)
destruction, lowering, overthrow, pulling an end to, putting an end to