Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "χανδόν"

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
(6_7)
(Bailly1_5)
Line 12: Line 12:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''χανδόν''': ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν [[στόμα]], ἀπλήστως, ἀθρόως, [[οἶνον]] χανδὸν [[ἑλεῖν]] Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· [[ὡσαύτως]] παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ [[τύπος]] χανδὰ μνημονεύεται [[ὡσαύτως]] παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «[[χανδόν]]· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· [[κεχηνότως]] καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.
 
|lstext='''χανδόν''': ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν [[στόμα]], ἀπλήστως, ἀθρόως, [[οἶνον]] χανδὸν [[ἑλεῖν]] Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· [[ὡσαύτως]] παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ [[τύπος]] χανδὰ μνημονεύεται [[ὡσαύτως]] παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «[[χανδόν]]· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· [[κεχηνότως]] καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.
 +
}}
 +
{{bailly
 +
|btext=<i>adv.</i><br />en ouvrant la bouche, à pleine bouche ; <i>fig.</i> avidement.<br />'''Étymologie:''' [[χαίνω]], -δον.
 
}}
 
}}

Revision as of 19:30, 9 August 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χανδόν Medium diacritics: χανδόν Low diacritics: χανδόν Capitals: ΧΑΝΔΟΝ
Transliteration A: chandón Transliteration B: chandon Transliteration C: chandon Beta Code: xando/n

English (LSJ)

Adv.

   A with mouth wide open, greedily, eagerly, [οἶνον] χ. ἑλεῖν Od.21.294, cf. Call.Aet.1.1.11, Nic.Th.341, Opp.C.4.430 (cj.), etc.; in late Prose χ. ἐκπιεῖν, πιέσθαι, πίνειν, Gal.15.735, Luc.Merc. Cond.7, Jul.Mis.338c; σπᾶν D.C.71.10; metaph., χ. ἐνεπίμπλαντο εὐχῶν Luc.Alex.14; χ. ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου Philostr.Im.2.22.

Greek (Liddell-Scott)

χανδόν: ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν στόμα, ἀπλήστως, ἀθρόως, οἶνον χανδὸν ἑλεῖν Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ τύπος χανδὰ μνημονεύεται ὡσαύτως παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «χανδόν· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· κεχηνότως καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.

French (Bailly abrégé)

adv.
en ouvrant la bouche, à pleine bouche ; fig. avidement.
Étymologie: χαίνω, -δον.