σαρκόθλασμα: Difference between revisions
From LSJ
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+ [\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1") |
m (LSJ1 replacement) |
||
(3 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=sarkothlasma | |Transliteration C=sarkothlasma | ||
|Beta Code=sarko/qlasma | |Beta Code=sarko/qlasma | ||
|Definition=ατος, τό, | |Definition=-ατος, τό, [[bruise of the flesh]], Orib.''Syn.''7.14 tit., Paul.Aeg.4.30. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape |
Latest revision as of 11:45, 25 August 2023
English (LSJ)
-ατος, τό, bruise of the flesh, Orib.Syn.7.14 tit., Paul.Aeg.4.30.
German (Pape)
[Seite 863] τό, Quetschung des Fleisches, Paul. Aeg.
Greek Monolingual
-άσματος, τὸ, ΜΑ
σημάδι κακώσεως ή τραύματος ή μελανωπού πρηξίματος της εξωτερικής επιφάνειας του σώματος, το οποίο, συνήθως, προκαλείται από σύνθλιψη, δαρμό ή και πτώση, μώλωπας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + θλάσμα.