δεσμώτης: Difference between revisions
Τὸ δὴ τρέφον με τοῦτ' ἐγὼ λέγω θεόν → Denn ich bezeichne das, was mich ernährt, als Gott → Denn was mir Nahrung gibt, bezeichne ich als Gott
(nl) |
(1b) |
||
Line 36: | Line 36: | ||
{{elnl | {{elnl | ||
|elnltext=δεσμώτης -ου, ὁ [δεσμός] gevangene; als adj. vastgebonden, geketend, gevangen. | |elnltext=δεσμώτης -ου, ὁ [δεσμός] gevangene; als adj. vastgebonden, geketend, gevangen. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''δεσμώτης:''' ου adj. m связанный, скованный, пленный Aesch., Soph.<br />ου ὁ узник, пленник Her., Thuc., Plut. | |||
}} | }} |
Revision as of 18:24, 31 December 2018
English (LSJ)
ου, ὁ,
A prisoner, captive, Hdt.3.143, Th.5.35, etc.:—fem. δεσμ-ῶτις, Hld.8.8: metaph. of the soul, Ph.1.289. II as Adj., in chains, fettered, A.Pr.119 (the play is called Προμηθεὺς δ.): fem. δεσμῶτις ποίμνη S.Aj.234 (lyr.); Μελανίππη δ., name of a play by E. III gaoler, Cratin.189.
German (Pape)
[Seite 551] ὁ, der Gefangene, θεός Aesch. Prom. 119; Soph. Ai. 105; gew. als subst., Her. 3, 143; Thuc. 5, 35 u. Folgde. – Cratin. soll es nach Suid. aktive für Gefangenwärter gebraucht haben.
Greek (Liddell-Scott)
δεσμώτης: -ου, ὁ, δέσμιος, αἰχμάλωτος, Ἡρόδ. 3. 143, καὶ Ἀττ. ΙΙ. ὡς ἐπίθ. = ἐν δεσμοῖς ὤν, δεσμευμένος, Αἰσχύλ. Πρ. 119 (ἡ τραγῳδία καλεῖται Προμηθεὺς δ.)· οὕτως ἐν τῷ θηλ. δεσμῶτις ποίμνη Σοφ. Αἴ. 234· Μελανίππη δ., ὄνομα δράματος τοῦ Εὐρ.
French (Bailly abrégé)
ου (ὁ) :
qui est dans les fers, enchaîné ; en gén. prisonnier, captif.
Étymologie: δεσμόω.
Spanish (DGE)
-ου
I 1encadenado Προμηθεὺς δ. Prometeo encadenado A.Pr.tít., cf. Ach.Tat.3.6.3, Hld.8.13.3, Eun.VS 483
•como pred. ὁρᾶτε δεσμώτην με A.Pr.119, δ. ἔσω θακεῖ S.Ai.105, cf. Hld.8.17.2, 9.2.1
•atado ἀλεκτόρισκος Babr.97.8, (ὄνος) παρὰ φάτναισι Babr.129.8.
2 censurado, sancionado con censura eclesiástica οὐδένα γὰρ βουλόμεθα εἶναι δεσμώτην παρ' ἡμῖν Chrys.M.63.45.
II subst. ὁ δ.
1 prisionero op. ἐλεύθερος Hdt.3.143, Ach.Tat.8.8.4, op. αὐτόμολος Plu.Flam.18, τοὺς Ἀθηναίων δεσμώτας παραδοῦναι Th.5.39, cf. 35, Cratin.201, Pl.R.514b, 515a, D.24.208, X.HG 5.4.8, PSI 423.3 (III a.C.), LXX Ge.39.20, Ie.24.1, Ba.1.9, D.S.11.25, Charito 4.2.2, 8.8.2, I.AI 2.61, Act.Ap.27.1, Ach.Tat.7.1.3, D.Chr.4.67, 14.22, Vett.Val.200.8, Hld.7.12.2, ref. a Eros AP 16.195 (Satyr.), δεσμῶται ἐπ' ἀδείᾳ prisioneros en libertad D.C.Epit.9.2.3
•fig. prisionero del mal, Plot.1.8.15.
2 carcelero δ. δὲ λέγεται καὶ αὐτὸς ὁ δέσμιος ... καὶ ὁ δεσμῶν Sch.S.Ai.105aCh., dud. en D.Chr.30.22.
English (Strong)
from the same as δεσμωτήριον; (passively) a captive: prisoner.
English (Thayer)
δεσμώτου, ὁ, one bound, a prisoner: Herodotus, Aeschylus, Sophocles, Thucydides, subsequent writers)
Greek Monolingual
ο (θηλ. δεσμώτις, η) (AM δεσμώτης, ο
θηλ. δεσμῶτις, η)
φυλακισμένος
νεοελλ.
αυτός που επηρεάζεται απόλυτα από κάποιον ή κάτι, δέσμιος («δεσμώτης του έρωτα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Τα δεσμώτης, δεσμωτήριον, δέσμωμα είναι παράγωγα του δεσμός, παρεκτεταμένα με -ω-. Δεν πρόκειται για παράγωγα ρήματος σε -όω, του δεσμόω, -ώ, το οποίο είναι μεταγενέστερο].
Greek Monotonic
δεσμώτης: -ου, ὁ (δεσμόω),
I. φυλακισμένος, αιχμάλωτος, σε Ηρόδ., Αττ.
II. ως επίθ., αλυσοδεμένος, σιδηροδέσμιος, δεσμευμένος, σε Αισχύλ.· θηλ. δεσμῶτις, σε Σοφ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
δεσμώτης -ου, ὁ [δεσμός] gevangene; als adj. vastgebonden, geketend, gevangen.
Russian (Dvoretsky)
δεσμώτης: ου adj. m связанный, скованный, пленный Aesch., Soph.
ου ὁ узник, пленник Her., Thuc., Plut.