ἑνοειδής: Difference between revisions
Τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις ἐπ' ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων οἳ παραδόξως ἀλαζονεύονται, μηδὲ τὰ κοινὰ τοῖς ἀνθρώποις ἐπιτελεῖν δυνάμενοι → One would use this fable for those who give themselves unreasonable airs, but can't handle everyday life (Aesop 40)
m (Text replacement - "‘([a-zA-Zñáéíóúü\s]+)’" to "‘$1’") |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(op\.) ([\p{Greek}\s]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $2 $3") |
||
Line 17: | Line 17: | ||
}} | }} | ||
{{DGE | {{DGE | ||
|dgtxt=-ές<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>fil. [[cuya esencia es la unidad]], [[esencialmente uno]] ἄσχιστον ... καὶ ἑ. τὸ ἴσον Speus.28.46, op. ‘[[múltiple]]’ τὸ μὲν κατὰ τὸ ἐν αὐτῇ (ψυχῇ) ἑ., τὸ δὲ κατὰ τὸ πληθυόμενον Xenocrates 189, cf. Iul.<i>Or</i>.8.166c<br /><b class="num">•</b>[[que tiene como forma la unidad]] πᾶσα ἡ σειρὰ τῶν θεῶν ἑ. Procl.<i>Inst</i>.119, op. πληθοειδής Dam.<i>Pr</i>.45, δυνάμεις Dion.Ar.<i>CH</i> 15.8<br /><b class="num">•</b>ἑνοειδεῖς· ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι Hsch.<br /><b class="num">2</b> mús. [[unificado]], [[al unísono]] ὥστε ἑνοειδῆ τὴν ἐξ αὐτῶν φωνὴν γενέσθαι καὶ οἷον μίαν Nicom.<i>Harm</i>.12.<br /><b class="num">II</b> adv. [[ἑνοειδῶς]] [[unitariamente]], [[manteniendo la unidad]] τὰ πρώτιστα εἴδη ... διηρμοσμένα ἀλλήλοις [[ἀχωρίστως]] καὶ [[ἑνοειδῶς]] Nicom.<i>Ar</i>.1.6, cf. <i>Theol.Ar</i>.42, (θεοὶ) πληθυνόμενοι μὲν ... περὶ αὐτὸν δὲ ἑ. ὄντες Iul.<i>Or</i>.11.143b, ἑ. ἐνεργεῖ Olymp.<i>in Phd</i>.46. | |dgtxt=-ές<br /><b class="num">I</b> <b class="num">1</b>fil. [[cuya esencia es la unidad]], [[esencialmente uno]] ἄσχιστον ... καὶ ἑ. τὸ ἴσον Speus.28.46, op. ‘[[múltiple]]’ τὸ μὲν κατὰ τὸ ἐν αὐτῇ (ψυχῇ) ἑ., τὸ δὲ κατὰ τὸ πληθυόμενον Xenocrates 189, cf. Iul.<i>Or</i>.8.166c<br /><b class="num">•</b>[[que tiene como forma la unidad]] πᾶσα ἡ σειρὰ τῶν θεῶν ἑ. Procl.<i>Inst</i>.119, op. [[πληθοειδής]] Dam.<i>Pr</i>.45, δυνάμεις Dion.Ar.<i>CH</i> 15.8<br /><b class="num">•</b>ἑνοειδεῖς· ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι Hsch.<br /><b class="num">2</b> mús. [[unificado]], [[al unísono]] ὥστε ἑνοειδῆ τὴν ἐξ αὐτῶν φωνὴν γενέσθαι καὶ οἷον μίαν Nicom.<i>Harm</i>.12.<br /><b class="num">II</b> adv. [[ἑνοειδῶς]] [[unitariamente]], [[manteniendo la unidad]] τὰ πρώτιστα εἴδη ... διηρμοσμένα ἀλλήλοις [[ἀχωρίστως]] καὶ [[ἑνοειδῶς]] Nicom.<i>Ar</i>.1.6, cf. <i>Theol.Ar</i>.42, (θεοὶ) πληθυνόμενοι μὲν ... περὶ αὐτὸν δὲ ἑ. ὄντες Iul.<i>Or</i>.11.143b, ἑ. ἐνεργεῖ Olymp.<i>in Phd</i>.46. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[ἑνοειδής]], -ές (AM)<br /><b>1.</b> [[ενιαίος]], [[μονοειδής]], [[μοναδικός]], [[απλός]]<br /><b>2.</b> αυτός που μοιάζει με [[κάτι]] ενιαίο, μοναδικό, με τον θεό («ἑνοειδεῖς<br />ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι», <b>Ησύχ.</b>). <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br />[[ἑνοειδῶς]]<br />μονοειδώς, μονομόρφως.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>εις</i>, <i>ενός</i> <span style="color: red;">+</span> -<i>ειδής</i> <span style="color: red;"><</span> [[είδος]]]. | |mltxt=[[ἑνοειδής]], -ές (AM)<br /><b>1.</b> [[ενιαίος]], [[μονοειδής]], [[μοναδικός]], [[απλός]]<br /><b>2.</b> αυτός που μοιάζει με [[κάτι]] ενιαίο, μοναδικό, με τον θεό («ἑνοειδεῖς<br />ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι», <b>Ησύχ.</b>). <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br />[[ἑνοειδῶς]]<br />μονοειδώς, μονομόρφως.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>εις</i>, <i>ενός</i> <span style="color: red;">+</span> -<i>ειδής</i> <span style="color: red;"><</span> [[είδος]]]. | ||
}} | }} |
Revision as of 15:45, 22 August 2022
English (LSJ)
ές,
A single, simple, φωνή Nicom.Harm.12.
II resembling, having the form of unity, Plot.6.9.5, Jul.Or.4.139b, al., Procl.in Prm.p.540 S., etc.; opp. πληθοειδής, Dam.Pr.45: Comp., ib.38, Procl.Inst.62: Sup., Id.in R.1.177. Adv. ἑνοειδῶς Jul.Or.4.143b, Nicom.Ar.1.6, Iamb.Myst. 1.3, Dam.Pr.237.
German (Pape)
[Seite 849] ές, einfach, Iambl. u. a. Sp., auch im adv. ἑνοειδῶς.
Greek (Liddell-Scott)
ἑνοειδής: -ές, ἑνιαῖος, μοναδικός, ἁπλοῦς, Διον. Ἀρεοπ. 154Β. - Ἐπίρρ. ἑνοειδῶς Ἰαμβλ. Μυστ. 1. 18.
Spanish (DGE)
-ές
I 1fil. cuya esencia es la unidad, esencialmente uno ἄσχιστον ... καὶ ἑ. τὸ ἴσον Speus.28.46, op. ‘múltiple’ τὸ μὲν κατὰ τὸ ἐν αὐτῇ (ψυχῇ) ἑ., τὸ δὲ κατὰ τὸ πληθυόμενον Xenocrates 189, cf. Iul.Or.8.166c
•que tiene como forma la unidad πᾶσα ἡ σειρὰ τῶν θεῶν ἑ. Procl.Inst.119, op. πληθοειδής Dam.Pr.45, δυνάμεις Dion.Ar.CH 15.8
•ἑνοειδεῖς· ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι Hsch.
2 mús. unificado, al unísono ὥστε ἑνοειδῆ τὴν ἐξ αὐτῶν φωνὴν γενέσθαι καὶ οἷον μίαν Nicom.Harm.12.
II adv. ἑνοειδῶς unitariamente, manteniendo la unidad τὰ πρώτιστα εἴδη ... διηρμοσμένα ἀλλήλοις ἀχωρίστως καὶ ἑνοειδῶς Nicom.Ar.1.6, cf. Theol.Ar.42, (θεοὶ) πληθυνόμενοι μὲν ... περὶ αὐτὸν δὲ ἑ. ὄντες Iul.Or.11.143b, ἑ. ἐνεργεῖ Olymp.in Phd.46.
Greek Monolingual
ἑνοειδής, -ές (AM)
1. ενιαίος, μονοειδής, μοναδικός, απλός
2. αυτός που μοιάζει με κάτι ενιαίο, μοναδικό, με τον θεό («ἑνοειδεῖς
ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι», Ησύχ.).
επίρρ...
ἑνοειδῶς
μονοειδώς, μονομόρφως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εις, ενός + -ειδής < είδος].