ένδικος
νύμφην τ' ἄνυμφον παρθένον τ' ἀπάρθενον → wife unwed and virgin that is no virgin | bride that is no bride, virgin that is virgin no more | virgin wife and widowed maid | unwed bride and ravished virgin
Greek Monolingual
-η, -ον (AM ἔνδικος, -ον) αυτός που γίνεται σύμφωνα με το δίκαιο, νόμιμος («ένδικα μέσα», «χάριν ἔνδικον», Πίνδ.)
αρχ.-μσν.
(για πρόσ.) δίκαιος («τὶς γὰρ δεδοικὼς μηδὲν ἔνδικος βροτῶν», Αισχ.)
αρχ.
1. (για πόλη, δήμο) αυτός στον οποίο απονέμεται η δικαιοσύνη
2. (για πρόσ.) αυτός που έχει δίκιο
3. εκείνος που έχει δικαίωμα για δικαστική δίωξη κάποιου
4. (για ημέρα) κατά την οποία επιτρέπεται η διεξαγωγή δίκης, δικάσιμος
5. κατάλληλος, αρμόδιος («τίς μοι φανεῖται πίστις ἔνδικος», Σοφ.)
6. ευμενής, ευνοϊκός («πέλοιτ' ἄν ἔνδικα γάμοις», Αισχύλ.)
7. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἔνδικον και τοὔνδικον
α) το δίκαιο, ορθό, σωστό
β) αλήθεια
8. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) ἔνδικα
δίκαια, σωστά.