πολυδάκτυλος
From LSJ
English (LSJ)
ον,
A manytoed, Arist.HA499b8, PA659a23,al.
German (Pape)
[Seite 661] vielfingerig; ζῷα, Arist. partt. anim. 2, 16 H. A. 2, 10; Luc. am. 45.
Greek (Liddell-Scott)
πολῠδάκτυλος: -ον, ὁ πολλοὺς ἔχων δακτύλους, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 1, 30, π. Ζ. Μορ. 2, 16, 7, κ. ἀλλ.