3,274,216
edits
(5) |
(2b) |
||
Line 33: | Line 33: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''θρίξ:''' ἡ, γεν. <i>τρῐχός</i>, δότ. πληθ. [[θριξί]],<br /><b class="num">1.</b> το τριχωτό του κεφαλιού, χρησιμ. από τον Όμηρ. μόνο στον πληθ.· στην Αττ. μόνο στον ενικ., σε Όμηρ., κ.λπ.· επίσης, το [[μαλλί]] των προβάτων, σε Ομήρ. Ιλ.· [[τρίχες]] γουρουνιού, σε Όμηρ.· οὐραῖαι [[τρίχες]], οι [[τρίχες]] της ουράς αλόγου, σε Ομήρ. Ιλ.<br /><b class="num">2.</b> η [[τρίχα]] [[μόνη]] της, παροιμ., <i>θρὶξ ἀνὰ μέσσον</i>, [[παρά]] [[μία]] [[τρίχα]], σε Θεόκρ.· ἄξιον [[τριχός]], δηλ. [[καθόλου]] σημαντικό, σε Αριστοφ. | |lsmtext='''θρίξ:''' ἡ, γεν. <i>τρῐχός</i>, δότ. πληθ. [[θριξί]],<br /><b class="num">1.</b> το τριχωτό του κεφαλιού, χρησιμ. από τον Όμηρ. μόνο στον πληθ.· στην Αττ. μόνο στον ενικ., σε Όμηρ., κ.λπ.· επίσης, το [[μαλλί]] των προβάτων, σε Ομήρ. Ιλ.· [[τρίχες]] γουρουνιού, σε Όμηρ.· οὐραῖαι [[τρίχες]], οι [[τρίχες]] της ουράς αλόγου, σε Ομήρ. Ιλ.<br /><b class="num">2.</b> η [[τρίχα]] [[μόνη]] της, παροιμ., <i>θρὶξ ἀνὰ μέσσον</i>, [[παρά]] [[μία]] [[τρίχα]], σε Θεόκρ.· ἄξιον [[τριχός]], δηλ. [[καθόλου]] σημαντικό, σε Αριστοφ. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''θρίξ:''' gen. [[τριχός|τρῐχός]] ἡ (gen. pl. [[θριξί]]) тж. собир.<br /><b class="num">1)</b> волос, волосы ([[τρίχες]] κεφαλῆς Hom. или αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ [[τρίχες]] Thuc.; λεπτὸς [[ὥσπερ]] θ. Arst.): τριχὸς [[πλόκαμος]] или [[βόστρυχος]] Aesch. прядь волос; θ. γενείου Aesch. борода;<br /><b class="num">2)</b> шерсть, руно (ἀρνῶν Hom.; τετραπόδων Arst.; καμήλου NT);<br /><b class="num">3)</b> конский волос (οὐραῖαι Hom.);<br /><b class="num">4)</b> щетина (κάπρου Hom.);<br /><b class="num">5)</b> перен. «волосок», пустяк: θ. ἀνὰ μέσσον погов. Theocr. на волосок, чуть-чуть; οὐδ᾽ ἂν [[τρίχα]] ἄν τις παρείρειε погов. Xen. никому и волоса (= слова) не вставить (в речь неугомонных болтунов); ἄξιόν τι [[τριχός]] погов. Arph. нечто стоящее (не более) волоса, т. е. совершенный пустяк; ἀπὸ τριχὸς ἠερτῆσθαι погов. Anth. висеть на волоске. | |||
}} | }} |