κατεύχομαι

From LSJ
Revision as of 07:23, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (20)

τὸ δὲ ποιεῖν ἄνευ νοῦ ἃ δοκεῖ καὶ σὺ ὁμολογεῖς κακὸν εἶναι: ἢ οὔ → but doing what one thinks fit without intelligence is—as you yourself admit, do you not?—an evil

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κατεύχομαι Medium diacritics: κατεύχομαι Low diacritics: κατεύχομαι Capitals: ΚΑΤΕΥΧΟΜΑΙ
Transliteration A: kateúchomai Transliteration B: kateuchomai Transliteration C: kateychomai Beta Code: kateu/xomai

English (LSJ)

fut. -εύξομαι E.IA1186:—

   A pray earnestly, c. inf., τοῖσι Πέρσῃσι κατεύχεται εὖ γίνεσθαι Hdt.1.132; τί σοι κατεύξῃ τἀγαθόν (sc. γενέσθαι); E.l.c.    2 c.acc. et inf., A.Ch.139, Eu.922 (lyr.), S.OC1575 (lyr.); κ. τινί pray to one, A.Ch.88, E.Andr.1105; κ. τῇ θεῷ ἀπάξειν Ath.13.573e; κ. τινά c. inf., entreat a person to... Theoc. 2.71.    3 abs., make a prayer or vow, Hdt.2.40, 4.172, A.Ag.1250, S.Tr.764, etc.    4 c. gen., pray over, τῶν ἱερῶν IG7.235.25 (Oropus, iv B.C.).    II in bad sense,    1 c. gen. pers., pray against one, imprecate curses on one, τινῶν πρὸς τὸν θεόν Pl.R.393a: c. acc. rei, οἵας ἀρᾶται καὶ κ. τύχας A.Th.633, cf. S.Aj.392; πολλὰ καὶ δεινὰ καθ' αὑτῶν Plu.Num.12.    2 c. acc. et inf., τὸν δεδρακότα κακῶς . . ἐκτρῖψαι βίον S.OT246; κ. τεῖσαι τοὺς Ἀχαιοὺς τὰ ἃ δάκρυα Pl.R. 394a.    3 abs., μηδὲν κατεύχου E.IT536, cf. Pl.Lg.934e.    III boast, c. fut. inf., Theoc. 1.97.

German (Pape)

[Seite 1399] anwünschen, Gelübde, Gebete gegen Einen aussprechen; οἵας γ' ἀρᾶται καὶ κατεύχεται τύχας Aesch. Spt. 615; κατεύχομαι δὲ τὸν δεδρακότα κακὸν κακῶς ἐκτρῖψαι βίον Soph. O. R. 246; τῶν Ἀχαιῶν frg. 894; Plat. Rep. III, 393 a; Eur. I. T. 536; in Prosa, Plat. Legg. XI, 934 e; πολλὰ καὶ δεινὰ κατ' αὐτῶν Plut. Num. 12. – Uebh. beten, wünschen, erflehen; absolut, Aesch. Ag. 1223 Soph. Tr. 761 Her. 2, 40; mit folgdm acc. c. inf., Aesch. Eum. 882 Soph. O. C. 1571; τοῖς Πέρσῃσι κατεύχεται εὖ γενέσθαι Her. 1, 132; τί, Soph. Ai. 385; κατ. σοὶ τἀγαθόν Eur. I. A. 1186; – geloben, κατεύχονται τῇ θεῷ ἀπάξειν αὐτῇ τακτὰς ἑταίρας Ath. XIII, 573 e; – τινί, Einen anflehen, zu Einem flehen, Aesch. Ch. 86. 137. – Auch = großprahlen, sich rühmen, wie das simplex, Theocr. 1, 97.

Greek (Liddell-Scott)

κατεύχομαι: μέλλ. -εύξομαι· ἀποθ.·- προσεύχομαι ἐνθέρμως, μετ’ ἀπαρ., τοῖσι Πέρσῃσιν κατεύχεται εὖ γενέσθαι Ἡρόδ. 1. 132· οὕτω, κατ. σοὶ τἀγαθὸν (δηλ. γενέσθαι) Εὐρ. Ι. Α. 1186. 2) μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., Αἰσχύλ. Χο. 138, Εὐμ. 922, Σοφ. Ο. Κ. 1574· κ. τινι, προσεύχομαι εἴς τινα, Αἰσχύλ. Χο. 88, Εὐρ. Ἀνδρ. 1104· κ. τῇ θεῷ ἀπάξειν Ἀθήν. 573Ε. 3) ἀπολ., κάμνω προσευχὴν ἢ εὐχήν, Ἡρόδ. 2. 40., 4. 70, 172, Αἰσχύλ., Ἀγ. 1250, Σοφ. κτλ. ΙΙ. ἐπὶ κακῆς σημασίας, Ι. μετὰ γεν. προσ., εὔχομαι κατά τινος, προσεύχομαι ἐναντίον τινός, ἐπιφέρω κατάρας, Λατ. imprecari, Σοφ. Ἀποσπ. 894, Πλάτ. Πολ. 393Α· μετ’ αἰτ. πράγ., οἵας τύχας Αἰσχύλ. Θήβ. 633, πρβλ. Σοφ. Αἴ. 362, Εὐρ. Ι.Τ. 536· πολλὰ καὶ δεινὰ κατά τινος Πλουτ. Νουμ. 12. 2) μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., τὸν δεδρακότα κακῶς… ἐκτρῖψαι βίον Σοφ. Ο. Τ. 246· κ. τῖσαι τοὺς Ἀχαιοὺς τὰ ἃ δάκρυα Πλάτ. Πολ. 394Α. 3) ἀπολ., Εὐρ. Ι. Τ. 536, Πλάτ. Νόμ. 934Ε. ΙΙ. καυχῶμαι μετ’ ἀπαρ. (ὡς τὸ ἁπλοῦν εὔχομαι παρ’ Ὁμ.), Θεόκρ. 1. 97.

French (Bailly abrégé)

faire des vœux pour ou contre :
1 en b. part faire un souhait : τινι faire, un souhait, une prière en faveur de qqn ; τινι τἀγαθόν EUR souhaiter du bonheur à qqn;
2 en mauv. part faire des imprécations : πολλὰ καὶ δεινὰ κατά τινος PLUT faire contre qqn toutes sortes d’imprécations terribles ; τι souhaiter (de mourir) après s’être vengé ; avec une prop. inf. souhaiter par des imprécations que….
Étymologie: κατά, εὔχομαι.

Greek Monolingual

κατεύχομαι (Α)
1. εύχομαι θερμά, κάνω ευχή ή προσευχή, προσεύχομαι (α. «τοῑθσι Πέρσῃσι κατεύχεται εὖ γίνεσθαι», Ηρόδ.
β. «ἐλθεῑν δ' Ὀρέστην δεῡρο σὺν τύχη τινί κατεύχομαί σοι», Αισχύλ.)
2. παρακαλώ, ικετεύω («καί μ' ἁ Θευχαρίδα Θρᾷσσα... κατεύξατο... τὰν πομπὰν θάσασθαι», Θεόκρ.)
3. (με κακή σημ.) προσεύχομαι εναντίον κάποιου, εκφέρω κατάρα (α. «κατεύχεσθαι τῶν Ἀχαιῶν πρὸς τὸν θεόν», Πλάτ. β. «κατεύχομαι δὲ τὸν δεδρακότα κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῑψαι βίον», Σοφ.)
4. κομπάζω, καυχιέμαι.