προφήτης
English (LSJ)
ου, Dor. and Boeot. προφάτας [ᾱ], α, Pi. (v. infr.), Corinn.Supp.2.68: ὁ· (πρό, φημί):— prop.
A one who speaks for a god and interprets his will to man, Διὸς π. interpreter, expounder of the will of Zeus, of Tiresias, Pi.N.1.60; Βάκχου π., perh. of Orpheus, E.Rh.972; [Διονύσου] π., of the Bacchae, Id.Ba.551 (lyr.); Νηρέως π., of Glaucus, Id.Or.364; esp. of the Delphic Apollo, Διὸς π. ἐστὶ Λοξίας πατρός A.Eu.19; of the minister and interpreter at Delphi, Hdt.8.36,37; at the Ptoön, ib. 135, IG7.4135.13 (ii B.C.); cf. προφῆτις. 2 title of official keepers of the oracle at Branchidae, CIG2884, al., Supp.Epigr.1.426 (Milet., i A.D.); elsewhere, IG14.961, 1032, 1084, 2433 (Massilia), 9(2).1109.22 (Coropa, ii/i B.C.), etc. b in Egyptian temples, member of the highest order of the clergy, priest, π. θεῶν Εὐεργετῶν PTeb.6.3 (ii B.C.), cf. OGI56.59 (Canopus, iii B.C.), etc. 3 interpreter, expounder of the utterances of the μάντις (q.v.), Pl.Ti.72a: hence, of Poets, Πιερίδων π. Pi.Pae.6.6; Μουσᾶν π. B.8.3, cf. Pl.Phdr.262d. 4 possessor of oracular powers, of Amphiaraus, A.Th.611, cf. Ag.409 (lyr.); of Pseudo-Bacis, Ar.Av.972; of Epimenides, Ep.Tit.1.12. 5 generally, interpreter, declarer, ἐγὼ π. σοι λόγων γενήσομαι E.Ba.211; π. ἀτόμων, of the Epicureans, Ath.5.187b; τῶν Πύρρωνος λόγων, of Timon, S.E.M.1.53; spokesman, LXX Ex.7.1. b metaph., proclaimer, harbinger, κώμου προφάτας, of the wine-bowl, Pi.N.9.50; δείπνου π. λιμός Antiph.217.23; φθόης π. Pl.Com.184.4; τέττιξ . . θέρεος γλυκὺς π. Anacreont.32.11. II herald at the games, B.9.28(pl.). III in LXX, revealer of God's will, prophet, 1 Ki.9.9,al.:— hence, 2 in NT, inspired preacher and teacher, organ of special revelations from God, 1 Ep.Cor.12.28, 14.32; and (as comprised in this), b foreteller, prophet of future events, Act.Ap.2.30, 3.18, 21, 2 Ep.Pet.3.2. 3 herbalist, Ps.-Dsc.1.10, al.; quack doctor, Gal. 16.761.
German (Pape)
[Seite 797] ὁ, der der Götter Willen über die Zukunft ausspricht, der Vorhersager, Prophet; Διὸς ὑψίστου προφάταν ἔξοχον Τειρεσίαν, Pind. N. 1, 60; ἀοίδιμος, frg. 60; den Becher nennt er γλυκὺν κώμου προφάταν, der den κῶμος (s. d. W.) vorher ankündigt, N. 9, 50; Διὸς προφήτης δ' ἐστὶ Λοξίας πατρός, Aesch. Eum. 19, u. öfter; Βάκχου, Νηρέως, Eur. Rhes. 972 Or. 364; auch als fem. gebraucht, Bacch. 551; Ar. Ar. 972; Her. 8, 36. 37. 135. 9, 34; θέρεος, von der Tettir, Anacr. 32, 11, die Verkündigerinn des Sommers; Plat. Phaedr. 262 d die Dichter Μουσῶν προφῆται, u. sonst; u. Sp., προφήτης ἀληθείας καὶ παῤῥησίας, der die Wahrheit verkündigt, Luc. Vit. auct. 8; Gall. 18 u. öfter; S. Emp. adv. gramm. 53 nennt den Timon ὁ πρ. τῶν Πύῤῥωνος λόγων.
Greek (Liddell-Scott)
προφήτης: Δωρ. προφάτης [ᾱ], ὁ· (πρόφημι). Κυρίως ὁ λαλῶν ἀντὶ θεοῦ τινος καὶ ἑρμηνεύων τὴν θέλησιν αὐτοῦ εἰς τοὺς ἀνθρώπους· οὕτως ὁ Τειρεσίας καλεῖται, πρ. Διός, ἑρμηνεὺς τοῦ Δ., Πινδ. Ν. 1. 91· ὁ Ὀρφεὺς εἶναι τοῦ Βάκχου πρ., Εὐρ. Ρῆσ. 972· αἱ Βάκχαι εἶναι Διονύσου πρ., ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 552· ὁ Γλαῦκος εἶναι Νηρέως πρ., ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 364· ἀλλ’ ὑπὲρ πάντας τὸ ὄνομα τοῦτο ἐλέγετο ἐπὶ τοῦ ἐν Δελφοῖς Ἀπόλλωνος, Διὸς προφήτης ἐστὶ Λοξίας πατρὸς (πρβλ. ἐξηγητής ΙΙ), Αἰσχύλ. Εὐμ. 19, πρβλ. τὸν αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 82, Πλάτ. Πολ. 366Β, Οὐεργ. Αἰν. 3. 252· ἐν ᾧ πάλιν ἡ Πυθία ἢ ἄλλοι ἐγίνοντο προφῆται (ἢ προμάντεις) τοῦ Ἀπόλλωνος, Ἡρόδ. 8. 36, 37, 135, πρβλ. προφῆτις· ὡσαύτως ἐπὶ τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ ἐν Βραγχίδαις μαντείου, οἵτινες ἐξελέγοντο διὰ κλήρου, Συλλ. Ἐπιγρ. 2884, πρβλ. Bõekh. εἰς 2880· καὶ ἀλλαχοῦ, αὐτόθι 2190b, (προσθῆκαι), 2869, -79 -80, κἑξ., 3794, 4697. 6., 4840, κ. ἀλλ.· - ἀκολούθως πάλιν ὁ προφήτης ἦτο ἑρμηνευτὴς τῶν λόγων τοῦ θεοπνεύστου μάντεως (ἴδε μάντις), δόμων προφῆται Αἰσχύλ. Ἀγ. 1099, πρβλ. Θήβ. 610, Ἀριστοφ. Ὄρν. 972, Πλάτ. Τίμ. 72Α, Φαῖδρ. 244D· οὕτω καὶ οἱ ποιηταὶ καλοῦνται, τῶν Μουσῶν προφῆται, ἑρμηνευταὶ τῶν Μουσῶν, Πλάτ. Φαῖδρ. 262D· πρβλ. προφητεύω, πρόμαντις, ὑποφήτης. 2) καθόλου ἑρμηνευτής, κῆρυξ, ἐγὼ πρ. σοι λόγων γενήσομαι Εὐρ. Βάκχ. 211· πρ. ἀτόμων, ἐπὶ τῶν Ἐπικουρείων, Ἀθήν. 187Β· τῶν Πύρρωνος λόγων, ἐπὶ τοῦ Τίμωνος, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 1. 53. - οὕτω δὲ καὶ ὁ προκηρύττων, προάγγελος ἢ πρόδρομος, ὡς ὁ κρατὴρ τῆς σπονδῆς καλεῖται, κώμου προφάτης, Πινδ. Ν. 9. 120· δείπνου πρ. λιμὸς Ἀντιφ. ἐν «Φιλοθηβαίῳ» 1. 23· τέττιξ… θέρεος γλυκὺς πρ. Ἀνακρεόντ. 35. 11· - ΙΙ. ἐνίοτε ἡ λέξις κεῖται ἐπὶ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐπίστευον ὅτι κατείχοντο ὑπὸ μαντικῆς δυνάμεως, οἷον ἐπὶ τοῦ Ἀμφιαράου, Αἰσχύλ. Θήβ. 610, Ἀγ. 409· ἐπὶ τοῦ Ἐπιμενίδου, Ἐπιστ. πρ. Τίτ. α΄, 12. ΙΙ. Παρὰ τοῖς Ἑβδ. ἡ λέξις κεῖται ἅπαξ ἐπὶ τῆς παρὰ τοῖς δοκίμοις σημασίας τοῦ ἑρμηνέως ἢ ἀντιπροσώπου, Ἔξοδ. Ζ΄, 1, πρβλ. Δ΄, 16· συνηθέστερον δὲ πρὸς ἑρμηνείαν τῆς Ἑβραϊκῆς λέξεως nâbi, ὁ ὑπὸ τοῦ θεοῦ κινούμενος νὰ ὁμιλῇ καὶ ὁ ἐξηγούμενος τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ ἢ ἀποκαλύπτων τὰς βουλὰς αὐτοῦ, κατ’ ἀντιδιαστολὴ ἀπὸ τοῦ Ἑβρ. roeh, ὁ βλέπων, Α΄ Βασιλ. Θ΄, 9· ἴδε Stanley Jewish Ch., Lect. 19. -ὅθεν, 2) ἐν τῇ Καιν. Διαθ. ὁ κατέχων τὸ πνευματικὸν χάρισμα τῆς προφητείας, θεόπνευστος κῆρυξ καὶ διδάσκαλος ὄργανον ἰδιαιτέρων ἀκοκαλύψεων παρὰ τοῦ Θεοῦ, Α΄ Ἐπιστ. πρ. Κορινθ. ιβ΄, 10, ιδ΄, 24, 25, κτλ.· - καὶ (ὅπερ περιέχεται ἐν τούτῳ), 3) ὁ ἀποκαλύπτων καὶ ἐξηγούμενος τὰς βουλὰς τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ μέλλοντος, προφήτης (ἐν τῇ νεωτέρᾳ σημασίᾳ τῆς λέξεως), Ἑβδ., Καιν. Διαθ., ἴδε Πράξ. Ἀποστ. β΄, 30, γ΄, 18, 21, πρβλ. Β΄ Ἐπιστ. Πέτρ. α΄, 19. γ΄, 2.
French (Bailly abrégé)
ου (ὁ) :
I. interprète d’un dieu, d’où
1 qui transmet ou explique la volonté des dieux, oracle;
2 interprète des paroles d’un oracle ou d’un devin;
II. qui annonce l’avenir, prophète.
Étymologie: πρό, φημί.
Spanish
profeta, intérprete de la divinidad
English (Abbott-Smith)
προφήτης, -ου, ὁ [< πρόφημι, to speak forth), [in LXX chiefly for נָבִיא;]
one who acts as an interpreter or forth-teller of the Divine will (v. Lft., Notes, 83f.; Tr., Syn., §vi), a prophet;
1.in cl. (Æsch., Hdt., Plat., al.), of the interpreters of oracles.
2.In NT,
(a)of the OT prophets: Mt 5:12, Mk 6:15, Lk 4:27, Jo 8:52, Ro 11:3, al.;
(b)of prophets in general: Mt 10:41 13:57 21:46, Mk 6:4, Lk 13:33, al.;
(c)of John the Baptist: Mt 21:26, Mk 6:15, Lk 1:76;
(d)of Christ: Mt 21:11, Jo 6:14, Ac 3:22, 23 7:37 (LXX);
(e)of Christian prophets in the apostolic age: Ac 15:32, I Co 12:28, Eph 2:20, al.;
(f)by meton., of the writings of prophets: Lk 24:27, Ac 8:28, al.;
(g)of a poet: Tit 1:12 (on the use of the term in π. and Inscr., v. Deiss., BS, 235f.; MM, xxii).
English (Strong)
from a compound of πρό and φημί; a foreteller ("prophet"); by analogy, an inspired speaker; by extension, a poet: prophet.
English (Thayer)
προφήτου, ὁ (προφημι, to speak forth, speak out; hence, properly, 'one who speaks forth'; see πρό, d. ἆ.), the Sept. for נָבִיא (which comes from the same root as <BITMAP:Arabic7>, 'to divulge,' 'make known,' 'announce' (cf. Fleischer in Delitzsch, Com. ü. d. Genesis , 4te Aufl., p. 551 f), therefore properly, equivalent to interpreter, an interpreter or spokesman for God; one through whom God speaks; cf. especially Bleek, Einl. in d. A. T. 4te Aufl., p. 309 (B. D. under the word Smith's Bible Dictionary, Prophet and references there; especially also Day's note on Oehler's O. T. Theol. § 161, and Winer s Grammar, Robertson Smith, Prophets of Israel, p. 389 (note on Lect. ii.))), one who speaks forth by divine inspiration; I. In Greek writings from Aeschylus, Herodotus, and Pindar down:
1. an interpreter of oracles (whether uttered by the gods or the μάντεις), or of other hidden things.
2. a foreteller, soothsayer, seer. II. In the N. T.
1. "one who, moved by the Spirit of God and hence, his organ or spokesman, solemnly declares to men what he has received by inspiration, especially future events, and in p*articular such as relate to the cause and kingdom of God and to human salvation. The title is applied to a. the O. T. prophets" — and with allusion to their age, life, death, deeds: having foretold the kingdom, deeds, death, of Jesus the Messiah: Βαλαάμ). by metonymy, προφῆται is put for the books of the prophets: ἐν τοῖς προφήταις, equivalent to ἐν βίβλῳ τῶν προφητῶν, (נְבִיאִים), νόμος, 4.
b. John the Baptist, the herald of Jesus the Messiah: R G T Tr brackets).
c. That illustrious prophet whom the Jews (apparently on the ground of the Messiah: Jesus the Messiah, inasmuch as he is about to fulfil the expectation respecting this Messiah, προφήτης ἀληθείας ἐστιν ὁ πάντοτε πάντα εἰδώς, τά μέν γεγοντα ὡς ἐγένετο, τά δέ γινόμενα ὡς γίνεται, τά δέ σεομενα ὡς ἔσται, Clement, hom. 2,6) — now by his power of working miracles, προφῆται in a poet (because poets were believed to sing under divine inspiration): so of Epimenides, Titus 1:12.
Greek Monolingual
ο, θηλ. προφήτις, -ιδος και προφῆτις, -ήτιδος, ΝΜΑ, και δωρ. τ. προφάτας Α, θηλ. και προφήτισσα Ν, προυφῆτις Α
1. αυτός που προλέγει τα όσα πρόκειται να συμβούν, αυτός που προμαντεύει το μέλλον (α. «μάς τά είχε πει σαν να ήταν προφήτης» β. «ὅς δὲ κ' ἐμῶν ἐπέων ἔλθῃ πρώτιστα προφήτης, τῷ δόμεν ἱμάτιον καθαρόν», Αριστοφ.)
2. (στην αρχαιότητα) θεόπνευστο πρόσωπο μέσω του οποίου γινόταν γνωστή στους ανθρώπους η θέληση τών θεών ή του θεού (α. «οι μεγάλοι προφήτες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης» β. «θείῳ πνεύματι λαλήσαντες και τα μέλλοντα θεσπίσαντες... προφήτας δὲ αὐτοὺς καλοῡσιν», Ιουστίν.
γ. «Διὸς ὑψίστου προφάταν ἔξοχον», Πίνδ.)
3. (στην ΠΔ) α) εκείνος που ομιλεί αντί άλλου, αυτός που έχει κληθεί από τον θεό και ομιλεί αντί του θεού και εξ ονόματος του θεού και ανακοινώνει στους ανθρώπους, προς τους οποίους έχει σταλεί, τα όσα ο θεός με υπερφυσική δύναμη τους έχει προστάξει και αποκαλύψει
β) αυτός που με συμβολική ή αλληγορική γλώσσα προέλεγε την έλευση του μεσσία
4. (στην ΚΔ) μαθητής και συνεργάτης τών αποστόλων που συνέχισε το έργο τους, ο φωτισμένος από το Αγιο Πνεύμα δάσκαλος και εφοδιασμένος με αποστολική αυθεντία για τη διάδοση του ευαγγελίου και για τη στήριξη τών τοπικών Εκκλησιών που ανήκαν στην περιοχή του («ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας», ΚΔ)
5. φρ. «ουδείς προφήτης δεκτός εν τῇ πατρίδι αυτού»
i) κανενός προφήτη το κήρυγμα δεν έγινε δεκτό στην ίδια του την πατρίδα
ii) ευκολότερα αναγνωρίζεται η αξία κάποιου από τους ξένους παρά από τους δικούς του
νεοελλ.
1. ως κύριο όν. ο Προφήτης
ο Μωάμεθ
2. φρ. ειρων. «πας μετά Χριστόν προφήτης γάιδαρος εστί» — κανείς δεν έχει την ικανότητα να προλέγει το μέλλον
αρχ.
1. ο ιερέας και ερμηνευτής τών χρησμών στους Δελφούς («πλὴν ἑξήκοντα ἀνδρῶν καὶ τοῡ προφήτεω», Ηρόδ.)
2. αναγνωρισμένος χρησμοδότης σε διάφορα μαντεία
3. (σε αιγυπτιακό ναό) ανώτερος αξιωματούχος του ιερατείου («προφήτης θεῶν Εὐεργετῶν», πάπ.)
4. ο ερμηνευτής τών ασαφών χρησμών του μάντη («τὸ τῶν προφητῶν γένος ἐπὶ ταῑς ἐνθέαις μαντείαις κριτὰς ἐπικαθιστάναι νόμος», Πλάτ.)
5. ο προάγγελος («τέττις... θέρεος γλυκὸς προφήτης», Ανακρεόντ.)
6. αυτός που κάνει διαγνώσεις και υποδεικνύει θεραπευτικά βότανα χωρίς να είναι γιατρός, ο κομπογιανίτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρόφημι (πρβλ. υπο-φήτης].