εξαπλώνω

From LSJ
Revision as of 12:30, 15 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "τοῡ" to "τοῦ")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

αὐτόματοι δ' ἀγαθοὶ ἀγαθῶν ἐπὶ δαῖτας ἴασιautomatically do the noble go to the feasts of the noble

Source

Greek Monolingual

και ξαπλώνω (AM ἐξαπλῶ, -όω) απλώνω
1. απλώνω, τεντώνω σ' όλη την έκταση, ξετυλίγω
«οὐρανὸν ὡς δέρριν ἐξήπλωσε», Λουκάς)
2. (ειδ.) τεντώνω τα χέρια («τὰ χέρια της ἐξήπλωσεν στὸν τράχηλον τοῦ νέου»)
3. παθ. κατακλίνομαι, ξαπλώνω, πλαγιάζω («εἰς γῆν ἐξαπλωμένος», Διγ. Ακρίτ.)
μσν.- νεοελλ.
1. ξαπλώνω κάτω κάποιον
2. παθ. διαδίδομαι, επεκτείνομαι («ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο τον κόσμο»)
μσν.
(για στράτευμα) παρατάσσω
αρχ.
1. ερμηνεύω, διευκρινίζω («ἐξαπλώνω ἀμφιβόλους λέξεις», Φίλ.)
2. ιατρ. (για δοθιήνα) ανοίγω, σχίζω, εγχειρίζω.