Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Αἰγυπτιστί" on this wiki. See also the other search results found.

  • craftily, Theoc.15.48. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works Αἰγυπτιστί: ἐπίρρ. (ὡς εἰ ἐκ ῥήμ. *Αἰγυπτίζω) = ἐν τῇ γλώσσῃ τῶν Αἰγυπτίων, Ἡρόδ
    2 KB (188 words) - 19:20, 29 December 2020
  • Αἴγυπτος, ἡ. of Egypt, adj.: Αἰγύπτιος. in the Egyptian language, adv.: Αἰγυπτιστί.
    167 bytes (12 words) - 18:35, 19 May 2020
  • αἰγυπτιστὶ επίρρ. (Α) Αἰγύπτιος 1. στην αιγυπτιακή γλώσσα 2. με τρόπο που αρμόζει στους Αιγυπτίους, δηλ. με δόλο, με πανουργία. * Αναζήτηση σε: Google
    287 bytes (29 words) - 06:34, 29 September 2017
  • με τύπο ai-ku-pi-ti-jo. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < Αίγυπτος. ΠΑΡ. αρχ. αἰγυπτιάζω, αἰγυπτιστί, αἰγυπτιῶ, αἰγυπτιώδης. ΣΥΝΘ. νεοελλ. αιγυπτιοδίφης, αιγυπτιολόγος].
    1,018 bytes (66 words) - 21:25, 29 December 2020
  • en egipcio = Αἰγυπτιαστί, Αἰγυπτιστί * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    70 bytes (17 words) - 07:04, 22 August 2017
  • astutamente = Αἰγυπτιστί, ἀγχίνοος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    64 bytes (16 words) - 06:56, 22 August 2017
  • al estilo egipcio = Αἰγύπτιος, Αἰγυπτιστί * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    66 bytes (18 words) - 06:46, 22 August 2017
  • en lengua egipcia = Αἰγυπτιακός, Αἰγυπτιστί * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    70 bytes (18 words) - 06:50, 22 August 2017
  • Αἰγυπτιαστὶ: Αἰγυπτιστί, (ὡς ἀναγνώσκει ὁ Δινδ.), Ἰώσηπ. κατ’ Ἀππίωνος 1. 14.
    167 bytes (11 words) - 10:09, 5 August 2017
  • Hdt.9.63, cf. 5.83, 6.36, οὐδεὶς κακοεργὸς δαλεῖται τὸν ἰόντα παρέρπων Αἰγυπτιστί Theoc.15.48, cf. AP 8.104 (Gr.Naz.) •en v. pas. c. suj. de abstr. οὐδὲν
    24 KB (2,410 words) - 13:40, 14 September 2021
  • ἱμαντώδη φυτά, acc. to Eust.1750.2. ῥώψ (B), A πλοῖον παπύρινον, ὃ καλεῖται Αἰγυπτιστὶ ῥώψ UPZ 81 ii 7 (ii B.C.); ἐὰν δὲ μὴ ἔχητε πλοῖον, συνεμβήσητε ἅμα ἡμῖν
    6 KB (563 words) - 13:35, 14 September 2021
  • Αιγυπτίους) 1. ο τράγος 2. ο θεός Παν («καλεῑται δὲ ὅ τε τράγος καὶ ὁ Πάν Αἰγυπτιστὶ Μένδης», Ηρόδ.). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (117 words) - 15:04, 31 December 2018
  • ἐπιβούλως, λάθρᾳ, λάθρῃ, λάθρα, λάθρη, δολίως, πανούργως, μεμηχανημένως, Αἰγυπτιστί * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    210 bytes (45 words) - 17:50, 18 October 2019
  • ἐπίτηδες, ἐπίταδες, εἰρωνικῶς, νουβυστικῶς, δολίως, πανούργως, σεσοφισμένως, Αἰγυπτιστί * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия
    258 bytes (46 words) - 18:40, 18 October 2019
  • по-египетски = Αἰγυπτιστί * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    45 bytes (38 words) - 06:55, 14 October 2019
  • πένθιμου άσματος τών Αιγυπτίων, ανάλογο με τον ελληνικό Λίνο («ἔστι δε αἰγυπτιστὶ ὁ Λίνος καλεύμενος Μανερῶς», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Από το όν. του μοναχογιού
    1 KB (98 words) - 21:33, 29 December 2020
  • Étymologie: ἑλληνίζω. adv. 1 ref. la lengua en griego, en lengua griega Αἰγυπτιστὶ μὲν τοὔνομα Νηίθ, ἑ. δὲ ... Ἀθηνᾶ Pl.Ti.21e, Ἑ. μὲν Εὔμηλον, τὸ δ' ἐπιχώριον
    3 KB (347 words) - 10:58, 31 January 2021
  • πένθιμου άσματος τών Αιγυπτίων, ανάλογο με τον ελληνικό Λίνο («ἔστι δε αἰγυπτιστὶ ὁ Λίνος καλεύμενος Μανερῶς», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Από το όν. του μοναχογιού
    547 bytes (46 words) - 21:38, 29 December 2020