Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Αἰθίοψ" on this wiki. See also the other search results found.

  • Abbreviations: ALL | General | Authors & Works Αἰθίοψ: -οπος, θηλ. Αἰθιοπίς, ίδος, ἡ, καὶ σπανιώτερον Αἰθίοψ ὡς θηλ., Λοβ. Αἴ. 323: - ἀνώμ. πληθ. Αἰθιοπῆες
    8 KB (855 words) - 13:10, 13 March 2021
  • αἰθίοψ: οπος adj. обожженный солнцем, загорелый (χρώς Anth.). αἰθίοψ -οπος αἴθω als adj. donker.
    207 bytes (14 words) - 05:52, 10 January 2019
  • Αἰθιοπία, ἡ. An Ethiopian: Αἰθίοψ, -οπος, ὁ. Ethiopian, adj.: Αἰθιοπικός, V. adj., Αἰθιόπιος (Eur., Fragment 349). Fem. adj., Αἰθιοπίς, -ίδος (Eur., Fragment
    317 bytes (23 words) - 13:23, 20 June 2020
  • etíope = Αἰθιοπηίς, Αἰθιόπισσα, Αἰθιοπικός, Αἰθιοπίς, Αἰθιόπιος, Αἰθίοψ, Αἰθιοπεύς * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    185 bytes (21 words) - 07:05, 22 August 2017
  • -ή, -ό (Α αἰθιοπικός, -ή, -όν) Αἰθίοψ αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Αιθίοπες και στην Αιθιοπία. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    204 bytes (26 words) - 06:34, 29 September 2017
  • Αἰθίοψ (-οπος), ο (Α) βλ. Αιθίοπας. Στη Μυκηναϊκή κύριο ανδρικό όνομα που απαντά σε πινακίδα της Πύλου (ai-ti-jo-qo). * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    265 bytes (30 words) - 06:21, 29 September 2017
  • sources: v. sub Αἰθίοψ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ίδος adj. f. d’Éthiopie, éthiopien. Étymologie: Αἰθίοψ. -ίδος I adj. fem
    1 KB (133 words) - 10:34, 31 January 2021
  • Click links below for lookup in third sources: v. sub Αἰθίοψ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works α, ον : d’Éthiopie, éthiopien ; ἡ
    936 bytes (76 words) - 10:52, 31 January 2021
  • Click links below for lookup in third sources: v. sub Αἰθίοψ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works ή, όν : d’Éthiopie : Αἰθιοπικὸς λίθος
    1 KB (118 words) - 10:51, 31 January 2021
  • sources: v. sub Αἰθίοψ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works έως (ὁ) : gén. épq. ῆος; Éthiopien. Étymologie: Αἰθίοψ. -ῆος etíope, negro
    791 bytes (64 words) - 10:52, 31 January 2021
  • ο (θηλ. -ισσα και -ίδα) (Α αρσ. και θηλ. Αἰθίοψ, θηλ. και Αἰθιοπίς και αργότερα Αἰθιόπισσα) αυτός που κατάγεται από την Αιθιοπία ή διαμένει εκεί αρχ. επίσης
    2 KB (111 words) - 21:27, 29 December 2020
  • Aethĭŏps: (i long, Aethīops, Sid. Carm. 11, 18), ŏpis, m., = Αἰθίοψ [the Gr. geographers derived this word from αἴθω-ὤψ, and applied it to all the I sunburnt
    1 KB (173 words) - 20:30, 27 February 2019
  • -οπος, ὁ, ἡ, Μ άτομο που προσποιείται τον Αιθίοπα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο)- + Αἰθίοψ. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    294 bytes (22 words) - 06:29, 29 September 2017
  • αἰθιόπιος, -ία, -ιον (Α) Αἰθίοψ ο αιθιοπικός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    109 bytes (16 words) - 06:33, 29 September 2017
  • Click links below for lookup in third sources: v. sub Αἰθίοψ. * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works v. Αἰθιόπιος. Αἰθιοπία: ион. Αἰθιοπίη
    601 bytes (37 words) - 10:34, 31 January 2021
  • Ethiopian = Αἰθίοψ, Αἰθιοπεύς, Αἰθιοπίς, Αἰθιοπηίς, Αἰθιόπισσα, Αἰθιοπικός, Αἰθιόπιος ⇢ Look up "Ethiopian" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC |
    198 bytes (25 words) - 13:26, 20 June 2020
  • Etíope = Αἰθιοπηίς, Αἰθιόπισσα, Αἰθιοπικός, Αἰθιοπίς, Αἰθιόπιος, Αἰθίοψ, Αἰθιοπεύς * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based
    185 bytes (21 words) - 13:26, 20 June 2020
  • el etíope = Αἰθίοψ * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    33 bytes (16 words) - 07:03, 22 August 2017
  • los etíopes = Αἰθίοψ * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    33 bytes (16 words) - 07:11, 22 August 2017
  • αἰθήεις, αἴθινος, αἴθόλιξ, αἶθος, αἰθός, αἴθυια, αἴθύσσω, αἰθων. ΣΥΝΘ. Αἰθίοψ. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    3 KB (238 words) - 22:10, 29 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)