Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Διός" on this wiki. See also the other search results found.

  • cultuales, soldándose incluso con el segundo componente. Διός: [ῐ], γεν. του Ζεύς, από το *Δίς. Διός: gen. к Ζεύς.
    721 bytes (64 words) - 21:45, 7 July 2020
  • Ζεῦ (O. 4.1) εὐρυτίμου Διός (O. 1.42) Ὀλύμπου δεσπότας Ζεὺς (N. 1.14) πρὸς Ὀλυμπίου Διός Πα. 6. 1, cf. (O. 2.12), (O. 14.12) Διὸς ὑψίστου (N. 1.60) Ζηνὸς
    56 KB (6,090 words) - 11:40, 20 April 2021
  • Θουκ.) 2. αποστερώ κάποιον από κάτι 3. απελευθερώνω, απαλλάσσω από κάποιον («Διός ἄλσος ἠρήμωσε λέοντος», Ευρ.) 4. απομονώνω κάποιον, αποχωρίζω από κάθε επικοινωνία
    1 KB (94 words) - 12:30, 15 February 2019
  • κραταιός, παντοδύναμος (α. «"Αγιος ὁ Θεός, ἅγιος ἰσχυρός...» β. «ἰσχυρὰ ἄλοχος Διός», Αισχύλ γ. «ἰσχυρὰ θεός», Αριστοφ.) 5. αυτός που έχει μεγάλη ένταση, σφοδρός
    5 KB (287 words) - 07:19, 29 September 2017
  • ἑτερόκλιτος, -ον) (για ονόματα ή ρήματα) αυτός που κλίνεται ανώμαλα («Ζευς, Διός», «πυρ, πυρά», «φέρω, οίσω, ήνεγκον») νεοελλ. ο ετεροκλινής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-
    604 bytes (39 words) - 07:13, 29 September 2017
  • χορδές, το οποίο ήταν πλούσια διακοσμημένο μσν.-αρχ. φρ. «φόρμιγξ ἀστερόεσσα Διός» — ο αστερισμός της Λύρας (Νόνν.) αρχ. «φόρμιγξ ἄχορδος» — το τόξο (Αριστοτ
    1 KB (97 words) - 12:44, 29 September 2017
  • αιθρία λέγεται για τους ανέμους και κυρίως για τον βοριά 2. ως επίθ. του Διός 3. διάφανος, διαυγής: «αἴθριος πάγος» (Σοφοκλής) 4. υπαίθριος, ψυχρός, παγερός
    1 KB (77 words) - 22:10, 29 December 2020
  • την Αγία Τράπεζα», «ἐνέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην», «ἐνδύουσι τὤγαλμα τοῦ Διός») 2. μέσ. ενδύομαι φορώ τα ενδύματα ή τη στολή μου («ἐνδύεται ἅπασαν τὴν
    2 KB (115 words) - 08:55, 27 March 2021
  • ο (AM Ἑρμῆς και επικ. τ. Ἑρμείας και Ἑρμείης) 1. ο γιος του Διός και της Μαίας, αγγελιαφόρος τών θεών, και ιδίως του Δία, και ψυχοπομπός 2. μεταγενέστερα
    2 KB (160 words) - 12:25, 15 February 2019
  • a pr. n. added, daughter, νύμφαι κοῦραι Διός Il.6.420, cf. Sapph.65, E.Hel.168 (lyr.), Andr.897, etc.; κ. Διός, of Athene, A.Eu.415; Λητῴα κόρη, of Artemis
    37 KB (3,618 words) - 11:53, 20 April 2021
  • μσν. υπέροχος αρχ. 1. αυτός που ανήκει στον αιθέρα, ο ουράνιος 2. επίθ. του Διός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    687 bytes (60 words) - 06:34, 29 September 2017
  • πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες που τελούνταν στην Ολυμπία προς τιμήν του Ολυμπίου Διός κάθε τέσσερα χρόνια («παρεσκευάζοντο ποιεῖν τὰ Όλύμπια», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
    571 bytes (45 words) - 20:17, 26 March 2021
  • (Δίς) genit. Διός Stamm Δι-Wurzel ΔιF-, von welcher ΔίFς. genit. ΔιFός und mit Ausstoßung des Digamma Διός, Adjectiv δίΕιος, δίιος, δῖος, zusammengezogen
    38 KB (4,481 words) - 11:30, 20 April 2021
  • ἔμβαλε νηῒκ. 14.305; Διὸς πληγεῖσα κεραυνῷ 12.416; esp. as weapon of Zeus, Hes. Th.854, etc.; forged by the Cyclopes, ib.141; τὸν κ. τοῦ Διός Ar.Av.1538; καταιβάτης
    18 KB (1,552 words) - 22:07, 2 March 2021
  • καλουμένην», Αθήν.) αρχ. 1. τροποποιώ ελαφρώς («τὸ δὲ ἄλσος τὸ ἱερὸν τοῦ Διός, παραποιήσαντες τὸ ὄνομα, Ἄλτιν... καλοῦσι», Παυσ.) 2. κάνω παρωδία («τοιγαροῦν
    2 KB (111 words) - 13:00, 28 March 2021
  • αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Νέμειος προσωνυμία του Διός 3. (το ουδ. ως κύριο όν.) τὸ Νέμειον ο ναός του Νεμείου Διός στη Λοκρίδα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    653 bytes (65 words) - 12:55, 28 March 2021
  • νεοελλ. φρ. «μεταμόρφωση του Σωτήρος» — βλ. μεταμόρφωση αρχ. 1. προσωνυμία του Διός που δεχόταν τις ευχές όσων επέστρεφαν ασφαλείς από ταξίδι και στον οποίο
    3 KB (202 words) - 06:45, 28 March 2021
  • Pers.49 (anap.). II esp. of one who approaches a woman, τὸν πελάταν λέκτρων Διός, of Ixion, S. Ph.677 (lyr.). III one who approaches to seek protection, dependant
    7 KB (632 words) - 10:16, 4 February 2021
  • 3. κάρα, διάδημα 4. πληθ. Βασίλεια, τα γιορτή στη Βοιωτία προς τιμήν του Διός Βασιλέως. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουδ. του επίθ. βασίλειος (και βασιλήιος) με χρήση ουσιαστικού]
    2 KB (142 words) - 07:00, 29 September 2017
  • νεοελλ. μτφ. (για πρόσ.) απερίσκεπτος, ελαφρόμυαλος αρχ. 1. (ως προσωνυμία του Διός) αυτός που στέλνει ευνοϊκό άνεμο ή αυτός που οδηγεί σε αίσιο τέρμα («τὸ πᾱν
    2 KB (162 words) - 09:00, 27 March 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)