Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Μίνως" on this wiki. See also the other search results found.

  • :—fem. Μῑνωΐς, ΐδος, A.R.2.299; νύμφη, i. e. Ariadne, Call.inPSI9.1092.59. Μίνως: [ῑ], ὁ, υἱὸς τοῦ Διὸς καὶ τῆς Εὐρώπης, βασιλεὺς τῆς Κρήτης, Ὅμ., Ἡσ., κλ
    5 KB (520 words) - 13:35, 2 October 2019
  • Μίνως, -ω, ὁ Mīnos: ōis (ōnis: Minonis ira, Sall. Fragm. ap. Prisc. p. 710 P.), m., = Μίνως. I A son of Zeus and Europa, brother of Rhadamanthus, king
    3 KB (450 words) - 10:08, 15 August 2017
  • παλαιοῦ Il.11.166; κέρδεα… οἷ' οὔ πώ τιν' ἀκούομεν οὐδὲ παλαιῶν Od.2.118; Μίνως παλαίτατος ὧν ἀκοῇ ἴς μεν Th.1.4; οἱ πάνυ π. ἄνθρωποι Pl.Cra.411b; οἱ π.
    25 KB (2,425 words) - 14:10, 3 October 2019
  • οῦ, ὁ,    A familiar friend, Μίνως . . Διὸς μεγάλου ὀαριστής Od.19.179, cited by Pl.Min.319d ; Πυθαγόρην . . σεμνηγορίης ὀ. Timo57. [Seite 288] ὁ, der
    2 KB (170 words) - 04:20, 10 January 2019
  • μινῷος, -ῴα, -ον και μινώϊος, -ΐα, -ον, θηλ. και μινωΐς, -ΐδος (Α) Μίνως 1. μινωικός 2. (το αρσ. ως κύριο όν.) ό Μινῷος ονομασία μήνα σε έναν φανταστικό
    523 bytes (52 words) - 07:38, 29 September 2017
  • ύος, ἡ,    A judgement, Μίνως… δικαστύας ἔξοχα κρίνων Epigr. in Abh.Berl.Akad.1909.62. (δῐκαστύς) -ύος, ἡ juicio Μίνως ἐν θνατοῖσι δικαστύας ἔξοχα κρείνων
    695 bytes (35 words) - 11:20, 26 February 2019
  • ένατο έτος (ο στιχ. Ομ. Οδ. τ. 179 «Μίνως ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής» κατά τον Πλάτ. σημαίνει: ο Μίνως βασίλευε, που συναντιόταν με τον Δία
    10 KB (850 words) - 12:20, 10 January 2019
  • α, ον : de Minos. Étymologie: Μίνως. Μῑνώϊος: стяж. Μῑνῷος 3 миносов, минойский (Κνωσός HH).
    213 bytes (14 words) - 09:20, 31 December 2018
  •    II in Od., crafty, sagacious, of persons, Ἄτλας 1.52 ; Αἰήτης 10.137 ; Μίνως 11.322. (Sense 11 is derived from sense 1, cf. the signf. of δαΐφρων and
    7 KB (580 words) - 04:35, 10 January 2019
  • συνδιαλέγεται κανείς με εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια, συνομιλητής, σύντροφος («Μίνως ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής», Ομ. Οδ.). Αναζήτηση σε: Google
    436 bytes (35 words) - 12:07, 29 September 2017
  • Andr.92. 2 motivo de llanto, desgracia ὅσα ὑμῖν ἐκ τῶν Μενέλεω τιμωρημάτων Μίνως ἔπεμψε μηνίων δακρύματα cuantas desgracias os envió Minos al encolerizarse
    4 KB (302 words) - 20:45, 9 January 2019
  • ὁ αὐτ. 2. 533Β. ΙΙ. ὁ ἐπιστήμων τῶν νόμων, Ἄλεξις ἐν Γαλατείᾳ 4, Πλάτ. Μίνως 317Ε· νομικός, δικηγόρος, ν. ἄριστος Συλλ. Ἐπιγρ. 2787-8, κ. ἀλλ., πρβλ.
    12 KB (1,046 words) - 14:05, 3 October 2019
  • -ή, -ό Μίνως 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Μίνωα, τον μυθικό βασιλιά της Κρήτης («μινωικό ανάκτορο») 2. φρ. «μινωικός πολιτισμός» αρχαιολ. ο πολιτισμός
    542 bytes (51 words) - 07:39, 29 September 2017
  • νεκρῶν. Πλάτ. Μίνως 315D, ἴδε Βοίκχιον ἐν τόπῳ ἀλλὰ κατὰ τὸν Σχολ. Ἀριστοφ. (Σφ. 288) «ἐγχύτριαι, αἱ τὰς χοὰς τοῖς τετελευτηκόσιν ἐπιφέρουσαι. Μίνως ἢ περὶ Νόμου
    2 KB (174 words) - 19:16, 31 December 2018
  • πρβλ. Συλλ. Ἐπιγρ. 4082· ― ὡσαύτως, κηπωρός, Ἄρχιππ. ἐν Ἀδήλ. 2, Πλάτ. Μίνως 316Ε. οῦ (ὁ) : 1 gardien d’un jardin; 2 jardinier. Étymologie: κῆπος, οὖρος²
    4 KB (335 words) - 13:54, 3 October 2019
  • ου (ὁ) : le Minotaure, monstre, moitié taureau, moitié homme. Étymologie: Μίνως, ταῦρος. Μῑνώταυρος: ὁ Минотавр (свирепое чудовище, получеловек-полубык
    738 bytes (56 words) - 00:12, 1 January 2019
  • ένατο έτος (ο στιχ. Ομ. Οδ. τ. 179 «Μίνως ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής» κατά τον Πλάτ. σημαίνει: ο Μίνως βασίλευε, που συναντιόταν με τον Δία
    2 KB (135 words) - 12:18, 8 January 2019
  • contributions. Étymologie: δασμός, λέγω². -ου que recauda tributos, recaudador Μίνως ... βίαιος καὶ δ. Str.10.4.8, cf. Them.Or.8.115a, Procop.Aed.6.2.21, Hsch
    2 KB (130 words) - 20:40, 9 January 2019
  • pondering on evil, of ὕδρος, λέων, σῦς κάπρος (Il.), also of Ἄτλας, Αἰήτης, Μίνως (Od.); see Tièche Mus. Helv. 2, 69 f., Armstrong ClassRev. 63, 50; also
    15 KB (1,269 words) - 15:35, 2 October 2019
  • συνομιλία, συναναστροφή, λόγοι, Ἐμπεδ. 120· οἱ γὰρ ὄαροι λόγοι εἰσὶ Πλάτ. Μίνως 319Ε. 2) ᾆσμα, ᾠδάριον, Πινδ. Π. 4. 244· ψόγιος ὄαρος, ᾆσμα ὀνειδιστικόν
    5 KB (446 words) - 10:30, 20 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)