Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "Νηΐς" on this wiki. See also the other search results found.

  • General | Authors & Works ΐδος (ἡ) : ion. et épq. c. Ναΐς. Νηΐς: -ΐδος, ἡ, Ιων. αντί Ναΐς. Νηΐς: ΐδος ἡ ион. = Ναιάς.
    524 bytes (36 words) - 21:50, 7 July 2020
  • 356 (pl.): in sg., A.R. 1.626:—also Ναΐς, Ion. Νηΐς, ΐδος, ἡ, in sg., νηΐς Ἀβαρβαρέη Il.6.22; νύμφη τέκε νηΐς 14.444, cf. Pi.P.9.16, E.Hel.187 (lyr.): pl
    3 KB (232 words) - 15:05, 1 January 2021
  • εἰδέναι. (I) νῆϊς, ό, ἡ (Α) 1. αυτός που δεν γνωρίζει τίποτε, αδαής, αμαθής, άπειρος («νῆϊς ἔτι χρυσέας Κύπριδος», Βακχ.) 2. φρ. «νῆϊς πατρός» — ο χωρίς
    6 KB (511 words) - 16:14, 30 December 2020
  • Νηίς: -ίδος, ἡ Ἰων. ἀντὶ Ναΐς. ίδος=Νηιάς. (Il.) Νηΐς, ἡ (Α) ιων. τ. βλ. Ναϊάς. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    227 bytes (25 words) - 12:03, 29 September 2017
  • Meaning: Naiade Other forms: ναίς, ion. νηϊάς, νηΐς See also: s. νάω. ναϊάς: {naïás} Forms: ναί̄ς, ion. νηϊάς, νηΐς Grammar: f. Meaning: Naiade See also: s
    1 KB (95 words) - 18:35, 8 July 2020
  • νῆις: -ιδος, ὁ, ἡ· αἰτ. νήιδα Ἰλ. Η. 198, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 32, ἀλλὰ νῆιν Καλλ. Ἀποσπ. 111, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 130· (νη-, ἰδεῖν, εἰδέναι)· - ἀδαής, ἄπειρος, μὴ
    1,017 bytes (97 words) - 04:15, 10 January 2019
  • (I) νῆϊς, ό, ἡ (Α) 1. αυτός που δεν γνωρίζει τίποτε, αδαής, αμαθής, άπειρος («νῆϊς ἔτι χρυσέας Κύπριδος», Βακχ.) 2. φρ. «νῆϊς πατρός» — ο χωρίς πατέρα
    2 KB (167 words) - 11:50, 9 January 2019
  • Ναϊάς. ΐδος (ἡ) : Naïade. Étymologie: cf. Ναϊάς. (II) Ναΐς και ιων. τ. Νηΐς, ἡ (Α) η Ναϊάδα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < νάω «ρέω» + κατάλ. -ίς, πρβλ. Δανα-ΐς (βλ
    907 bytes (60 words) - 21:45, 29 December 2020
  • -ώδης H. -- Prob. also 5. Ναϊάς, Ion. Νηϊάς (Od., A. R., AP), Ναΐς, Ion. Νηΐς f. (Il.) Naiade, s. below. Origin: XX [etym. unknown] Etymology: The present
    12 KB (1,339 words) - 17:00, 1 February 2021
  • Click links below for lookup in third sources: ΐδος, contr. -νῇς, ῇδος, ἡ, (ναῦς) A ship-detaining, ἄπλοιαι A.Ag.149 (lyr.); ἄγκυρα AP6.27.5 (Theaet
    3 KB (214 words) - 10:15, 1 January 2021
  • Naturkraft, wohnen in Hainen, auf Auen und Wiesen, an Quellen, Il. 20, 8. 9, Νύμφη Νηΐς, Najade, Quellnymphe, auch Ναΐς, Νηϊάς (s. d. W.), Νύμφαι ὀρεστιάδες, Bergnymphen
    30 KB (3,086 words) - 08:53, 23 May 2021
  • ανώδυνος, νήνεμος / ανήνεμος). ΣΥΝΘ. νήνεμος αρχ. νήγρετος, νηδεής, νήις (Ι), νήις (ΙΙ), νηκερδής, νήκερως, νήκεστος, νηκηδής, νήκουστος, νηλεγής, νηλείτις
    5 KB (417 words) - 16:05, 30 December 2020
  • наяда = Ναϊάς, Ναΐς, Νηϊάς, Νηΐς * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    78 bytes (40 words) - 08:40, 14 October 2019
  • -ποϊκός a.o. (inscr. since Va); πρό-ναος (A.), Att. -νεως, also -νάϊος, Ion. -νήϊς (Ἀθηνᾶ Προναΐα, -νηΐα), in front of the temple, substant. πρό-ναος, Ion.
    23 KB (2,440 words) - 16:56, 1 February 2021
  • νηϊδία και ιων. τ. νηϊδίη, ἡ (Α) έλλειψη γνώσης, άγνοια. [ΕΤΥΜΟΛ. < νῆϊς, -ιδος (Ι) «αυτή που δεν γνωρίζει» + κατάλ. -ία]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    367 bytes (29 words) - 11:58, 29 September 2017
  • παράγωγα του οἶδα: ἵστωρ(> ιστορία), ἴδρις, το ρ. ἰνδάλλομαι και το ουσ. νῆις. To (F)oĩδa αντιστοιχεί ακριβώς με το αρχ. ινδ. veda, το β' εν. οἶσθα με
    50 KB (6,308 words) - 20:43, 25 April 2021
  • παράγωγα του οἶδα: ἵστωρ(> ιστορία), ἴδρις, το ρ. ἰνδάλλομαι και το ουσ. νῆις. To (F)oĩδa αντιστοιχεί ακριβώς με το αρχ. ινδ. veda, το β' εν. οἶσθα με
    10 KB (803 words) - 12:57, 28 March 2021
  • soltera γαμίης ἐλπίδος ἐστέρεσεν IG 12(8).600.15 (Tasos II d.C.), γαμίων ἔτι νῆις ἐρώτων Nonn.D.20.156. 2 relativo a la unión amorosa o sexual γαμίης ... εὐνῆς
    2 KB (200 words) - 20:50, 29 December 2020
  • 14, 444 ὃν ἄρα νύμφη τέκε νηὶς ἀμύμων Ἔνοπι βουκολέοντι παρ' ὄχθας Σατνιόεντος kam das ἀμύμων aus 6, 22 οὕς ποτε νύμφη νηὶσἈβαρβαρέη τέκ' ἀμύμονι Βουκολίωνι
    19 KB (2,046 words) - 17:45, 31 December 2020
  • sea-nymph), mostly in pl. Ναϊάδες, ionic Νηϊάδες, Od., Eur.:—so also ionic Νηίς, ίδος, in sg., Il., Eur.
    279 bytes (33 words) - 04:10, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)