Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "ήρης" on this wiki. See also the other search results found.

  • 492. ήρης: κατάληξη επιθέτων. 1. από το ἀραρ-εῖν, ἀραρ-ίσκω, όπως το ἐρι-ήρης, θυμ-ᾱρής. 2. από το ἐρ-έσσω, όπως το ἀμφ-ήρης, ἁλι-ήρης, τρι-ήρης, κ.λπ
    2 KB (136 words) - 16:56, 1 January 2021
  • κουπιών τους (πρβλ. εικόσ-ορος, πεντηκόντ-ορος, τριακόντ-ερος, αλι-ήρης, τρι-ήρης, τετρ-ήρης). Τέλος, από τον τ. ερέτης προέρχεται το μετονοματικό ρ. ερέσσω
    2 KB (204 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ὀλιγήρης, -ῆρες (Α) λίγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλίγος + κατάλ. -ήρης (πρβλ. λευκ-ήρης, μεσ-ήρης)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    330 bytes (22 words) - 12:08, 29 September 2017
  • (Α) αυτός που αναδίδει οσμή, οσμηρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀσμή + κατάλ. -ήρης (πρβλ. κλιν-ήρης)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    349 bytes (24 words) - 12:11, 29 September 2017
  • κουπιών τους (πρβλ. εικόσ-ορος, πεντηκόντ-ορος, τριακόντ-ερος, αλι-ήρης, τρι-ήρης, τετρ-ήρης). Τέλος, από τον τ. ερέτης προέρχεται το μετονοματικό ρ. ερέσσω
    11 KB (1,100 words) - 09:55, 1 January 2021
  • πλοίο με οκτώ σειρές κουπιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτώ + -ήρης (< θ. ερε-, πρβλ. ἐρέτης «κωπηλάτης»), πρβλ. τρι-ήρης. Το -η- του τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως]
    738 bytes (54 words) - 14:30, 14 January 2019
  • γενειάδα που φτάνει μέχρι κάτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < πούς, ποδός + -ήρης (Ι) (πρβλ. κλιν-ήρης, ξιφ-ήρης)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    9 KB (908 words) - 16:40, 9 May 2021
  • μονήρως (Α) με μονήρη τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)- + -ήρης (< ἀραρίσκω «συνδέω, εφοδιάζω»), πρβλ. κωπ-ήρης. Το -η- του τ. οφείλεται στη λειτουργία του νόμου
    5 KB (372 words) - 15:35, 30 December 2020
  • -ες (Α) ιων. τ. αυτός που συνυπάρχει με κάποιον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -ήρης (< ἀραρίσκω «συναρμόζω»). Βλ. και λ. όμηρος (Ι)]. * Αναζήτηση σε: Google
    444 bytes (31 words) - 12:09, 29 September 2017
  • εξάλλου, έχουν σχηματιστεί πάμπολλα σύνθ. με α' συνθετικό τρι- (πρβλ. τρι-ήρης, τρί-μηνος, τρί-οδος, τρίπους, βλ. λ. τρι-). Σε ό,τι αφορά, τέλος, τήν προέλευση
    8 KB (675 words) - 12:25, 14 January 2019
  • αυτός που έχει πνευματική ευστροφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < νόος / νοῦς + κατάλ. -ήρης (πρβλ. ποδ-ήρης)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    1,000 bytes (67 words) - 11:55, 20 April 2021
  • Full diacritics: ἤρης Medium diacritics: ἤρης Low diacritics: ήρης Capitals: ΗΡΗΣ Transliteration A: ḗrēs Transliteration B: ērēs Transliteration
    239 bytes (15 words) - 10:39, 31 January 2021
  • ἀκίνητος», Μηναί.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κλίνη + επίθημα -ήρης (Ι) (< ἀραρίσκω «συνδέω»), πρβλ. ξιφ-ήρης, ποδ-ήρης. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (168 words) - 10:05, 6 January 2021
  • Gr. Acc. σ. 184· γεν. δυϊκοῦ τριήροιν (οῖν;), Ξεν. Ἑλλ. 1. 5, 19 (τρίς, -ήρης, ὃ ἴδε). Λατιν. triremis, πλοῖον ἔχον τρεῖς σειρὰς κωπῶν ἑκατέρωθεν τεταγμένας
    13 KB (1,322 words) - 12:25, 20 April 2021
  • -ες (Α) βρόχινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄμβρος «ραγδαία βροχή» + -ήρης (< ἀραρίσκω «συναρτώ»), πρβλ. ποδ-ήρης. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    403 bytes (23 words) - 12:04, 29 September 2017
  • ξεσπαθώνει, που τραβά το σπαθί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξίφος + -ήρης (< ἀρα-ρίσκω «συνδέω, εφοδιάζω»), πρβλ. τρι-ήρης, ποδ-ήρης. Το -η- του τ. οφείλεται σε έκταση εν συνθέσει]
    3 KB (222 words) - 16:20, 30 December 2020
  • («τάσδε τυμβήρεις ἕδρας», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < τύμβος + κατάλ. -ήρης (Ι) (πρβλ. φρεν-ήρης)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (187 words) - 13:40, 31 December 2020
  • ἕνα, μή πόλιν ἔχοντες», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < εν + ήρης < ερέσσω «κωπηλατώ» (πρβλ. ταχυ-ήρης, τρι-ήρης κ.ά.]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη |
    621 bytes (46 words) - 07:09, 29 September 2017
  • της νεκρικής πυρός με τάξη στοιβαγμένα ολόγυρα. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < ἀμφ(ι)- + -ήρης < ἀραρίσκω «συνδέω, συναρμολογώ». ΠΑΡ. ἀμφηρικὸς (πρβλ. λογχήρης, χαλκήρης
    1 KB (88 words) - 23:30, 29 December 2020
  • να κερδίζει τη δίκη όποιος πάρει ίσους ψήφους, Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -ήρης (Ι)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    431 bytes (33 words) - 07:19, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)