Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰακτός" on this wiki. See also the other search results found.

  • 932,1068 (both lyr.). * Abbreviations: ALL | General | Authors & Works αἰακτός: -ή, -όν, ῥηματ. ἐπίθ. τοῦ αἰάζω, ἄξιος οἰμωγῆς καὶ ὀδυρμοῦ, πήματα, Αἰσχύλ
    3 KB (199 words) - 09:19, 20 July 2021
  • δυστερπής, ἀλγηρός, ἀλγητικός, ἀργαλέος, ἄνιος, ἀλγεινός, ἀλγινόεις, δύσλοφος, αἰακτός, ἀνιαρός, δύσπονος, ἀλεγεινός, ἐναλγής, δυηπαθής, διαλγής, ἀλγέω * Look
    383 bytes (31 words) - 07:02, 22 August 2017
  • search lamentable = ἀμέγαρτος, δακρυώδης, δύστονος, δακρυτικός, γοεδνός, αἰακτός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on
    978 bytes (82 words) - 09:00, 10 December 2020
  • αἰακτός, -ή, -όν (Α) αἰάζω 1. ο άξιος θρήνου, αξιολύπητος, αξιοθρήνητος 2. αυτός που θρηνεί, ο δυστυχισμένος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    251 bytes (26 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ξεφυσάω. [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Ηχοποιημένη λ. από το επιφών. αἴ. ΠΑΡ. αρχ. αἴαγμα, αἰακτός μσν. αἰαγμός, αἴασμαι. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    541 bytes (36 words) - 22:40, 29 December 2020
  • lloroso = δακρυσταγής, δακρυτικός, αἰακτός, δακρυόεις, ἔνδακρυς * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of
    136 bytes (19 words) - 07:11, 22 August 2017
  • llorado = αἰακτός, δακρυτός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    57 bytes (16 words) - 07:11, 22 August 2017
  • ächzen, jammern, klagen (Tragg. u. a.). Derivative: Davon αἴαγμα das Ächzen, αἰακτός zu bejammern, αἰαστής eig. der Jammerer, N. der Pflanze ὑάκινθος (Nik.)
    4 KB (404 words) - 09:15, 20 July 2021
  • lamentado = αἰακτός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    35 bytes (15 words) - 07:10, 22 August 2017
  • entre lamentos = αἰακτός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    35 bytes (16 words) - 06:48, 22 August 2017
  • αρέσει να κλαίει, κλαψιάρης 2. συνεκδ. αξιοθρήνητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + αἰακτός «αξιοθρήνητος, ελεεινός»]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    1 KB (97 words) - 14:05, 31 December 2020
  • -όν, αξιοθρήνητος, αξιολύπητος, σε Αριστοφ. οἰμωκτός: Arph. v. l. = αἰακτός 1. οἰμωκτός, ή, όν pitiable, Ar.
    1 KB (83 words) - 16:30, 30 December 2020
  • оплакиваемый = αἰακτός * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    39 bytes (37 words) - 17:40, 14 October 2019
  • плачущий = κάτομβρος, αἰακτός, δακρυόεις, γοητής * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict
    105 bytes (40 words) - 05:17, 14 October 2019
  • скорбящий = ἀλγεινός, πολυπενθής, ἀχεύων, ἀχέων, αἰακτός, θρηνητήρ, πικρός, γοερός, πενθήρης * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό
    204 bytes (45 words) - 12:00, 14 October 2019
  • ; Aesch. hat auch den indicat. praes., εἰς Ἄργος κίεις Ch. 664; imper. αἰακτὸς ἐς δόμους κίε Pers. 1025; κίοι Suppl. 504 (vgl. noch κιάθω). In Prosa nur
    10 KB (1,013 words) - 15:20, 1 January 2021
  • Comparable nouns from interjective verbs in -ζω are frequent, e.g. αἴαγμα, αἰακτός ( : αἰάζω, αἰαῖ), βάβαξ, βαβάκτης (:βαβάζω, βαβαί) etc., s. Schwyzer 716
    7 KB (713 words) - 18:35, 8 July 2020