Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰγανέη" on this wiki. See also the other search results found.

  • goatspear.] αἰγανέη: {aiganéē} Grammar: f. Meaning: Wurfspieß (Hom., AP). Etymology : Herkunft unbekannt. In formaler Hinsicht stimmt αἰγανέη zu den Baumnamen
    4 KB (481 words) - 18:15, 5 February 2021
  • ἀγκύλη, ἀποτομάς, βαλλάντιον, ἀποτομεύς, βολίς, γαῖσος, ἄγγων, γρόσφος, αἰγανέη, ἀγκυλητός, ἀκόντισμα, βήναβλον * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario
    272 bytes (26 words) - 07:10, 22 August 2017
  • dardo = βέλος, ἀγκυλίς, ἀποτομάς, βέλεμνον, ἀποτομεύς, ἄτρακτος, αἰγανέη, βλῆμα, δορύλλιον, γέρρον, ἀμφώβολος, ἀκροβελίς, ἀκόντισμα * Look up in: Google
    299 bytes (27 words) - 06:59, 22 August 2017
  • επίθημα) συνδέεται πιθανώς με τη ρίζα aiĝ- «κινούμαι ορμητικά» (πρβλ. ελλ. αἰγανέη, αρχ. ινδ. ejati «κινούμαι, ανεβαίνω» κ.ά.). Σε διαφορετική ετυμολογία οδηγεί
    2 KB (171 words) - 22:05, 29 December 2020
  • υλικό της ασπίδας, το ξύλο οπότε αἰγ-ὶς < aig- «ξύλο βελανιδιάς» (πρβλ. αἰγανέη, αἰγίλωψ πιθ. και αἴγειρος). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις η σημ. «καταιγίδα»
    3 KB (212 words) - 22:35, 29 December 2020
  • E.Ba.831: (τείνω: prop. ταναϝός, cf. sq.):—A outstretched, tall, taper, αἰγανέη Il. l.c.; ἀστάχυες h.Cer.454; πῦρ... ὅσον -ώτερον ἦεν Emp.84.11, cf. ib
    7 KB (636 words) - 12:30, 31 December 2020
  • unknown] Etymology: The connection with Skt. éjati to move, tremble (cf. αἰγανέη), e.g. Thumb IF I4, 343f. is rightly rejected by DELG. - The epithets Ἀπόλλων
    10 KB (1,070 words) - 11:27, 20 April 2021
  • unknown] Etymology: As name of an oak derived from *aig- Pok. 13 (seen in αἰγανέη and αἴγειρος?). Kretschmer Glotta 3, 335 connected -λωψ with λώπη cork (cf
    5 KB (565 words) - 11:25, 20 April 2021
  • Sil. 48 (v I, 54); κούρα, Artemis, Antip. Sid. 19 (VI, 111), welches wie αἰγανέη ἀγρ. P. Sil. 47 (v I, 57) auch auf die Jagd bezogen werden kann. ἀγρότις:
    1 KB (153 words) - 14:00, 31 January 2019
  • ρίζα απ' όπου παράγεται η αἴγα) που σήμαινε «κινούμαι ορμητικά» (πρβλ. αἰγανέη, Αἰγαῖος, αἰγιαλός, αρχαίο ινδικό ejati «κινούμαι» κ.ά.). Στη Ν. Ελληνική
    5 KB (386 words) - 18:44, 23 May 2021
  • Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology: Connection with αἰγίλωψ, αἰγανέη is uncertain. Sommer IF 55, 260, pointing to the many non-IE words like
    4 KB (359 words) - 13:15, 13 March 2021
  • ἀγρότις, νύμφη A.R.2.509; ἀ. κούρα, i.e. Artemis, AP6.111 (Antip.); ἀ. αἰγανέη ib.57 (Paul. Sil.). III for A.Pers.1002 v. ἀγρέτης. * Abbreviations: ALL
    4 KB (316 words) - 16:30, 31 December 2020
  • links below for lookup in third sources: ον, A with a long tube, δ. αἰγανέη a spear with a long iron socket for the shaft, Od.9.156. * Abbreviations:
    2 KB (203 words) - 00:55, 30 December 2020
  • αἰγανέη, η (Α) λόγχη κυνηγετική, ακόντιο (της ομηρικής εποχης)· [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθ. παράγωγο ενός τ. αἴγ-ανον, δηλωτικού κάποιου «ριπτομένου
    1 KB (92 words) - 22:35, 29 December 2020
  • podría tratarse de un escudo de madera o c. la raíz que se encuentra en αἰγανέη. αἰγίς: -ίδος, ἡ (αἴξ)· I. 1. αιγίδα ή ασπίδα του Δία, όπως περιγράφεται
    13 KB (1,394 words) - 19:45, 29 December 2020
  • Hauptsache nach richtig sein wird; ähnlich auch Mayer Glotta 35, 157 (zu αἰγανέη u. a.). Verfehlt Machek Ling. Posn. 2, 152 (: zu slav. glogъ Weißdorn; vgl
    3 KB (232 words) - 13:08, 30 December 2020
  • κῠνηγέτις: -ιδος, ἡ, θηλ. του κυνηγέτης. κῠνηγέτις: ιδος adj. f охотничья (αἰγανέη Anth.). κυνηγέτις -ιδος, ἡ [κυνηγέτης] jaagster. κῠνηγέτις, ιδος [fem
    975 bytes (69 words) - 18:20, 5 February 2021
  • ρίζα απ' όπου παράγεται η αἴγα) που σήμαινε «κινούμαι ορμητικά» (πρβλ. αἰγανέη, Αἰγαῖος, αἰγιαλός, αρχαίο ινδικό ejati «κινούμαι» κ.ά.). Στη Ν. Ελληνική
    23 KB (2,278 words) - 16:47, 24 May 2021
  • perros de caza, Opp.C.l.c., πυρσός Nonn.D.2.200. 2 de moharra con largo cubo αἰγανέη Opp.H.2.497, cf. δολίχαυλος. δολιχήρης, -ες (Α) δολιχός. * Αναζήτηση
    1 KB (115 words) - 00:55, 30 December 2020
  • συνδέεται πιθ. με την ΙΕ ρίζα aig- «βελανιδιά» (πρβλ. και αἴγειρος, πιθ. ᾱἰγανέη, γερμ. Eiche «βελανιδιά», λατ. aesculus «φηγός, είδος βελανιδιάς» κ.ά.)
    2 KB (149 words) - 22:48, 29 December 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)