Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰγλήεις" on this wiki. See also the other search results found.

  • 41.233. Source: αἰγλήεις αἰγλήεις: -εσσα, -εν, εκτυφλωτικός, αστραφτερός, ακτινοβόλος, στιλπνός, γυαλιστερός, σε Όμηρ. αἰγλήεις: ήεσσα, ῆεν, дор.
    4 KB (322 words) - 11:10, 26 February 2019
  • ἀργέτις, ἀργηστής, ἀργέτα, ἀρίζηλος, ἐκφανής, ἔνοψ, ἀργός, ἐξαυγής, ἀστρωπός, αἰγλήεις, διιπετής, διαφανής, γανόω, ἀνθηρός, αὐγοειδής, ἀθερής, γλαυκός, ἑλικός
    570 bytes (26 words) - 06:57, 22 August 2017
  • αἰγλήεις, -εσσα, -ῆεν (Α) αἴγλη 1. ακτινοβόλος, λαμπρός, αστραφτερός 2. (το ουδ. ως επίρρ.) αἰγλῆεν λαμπρά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    266 bytes (25 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἄργυφος, ἔξασπρος, ἐξαυγής, ἀστρωπός, αἰγλήεις, διιπετής, ἀγλαοφεγγής, αὐγοειδής, ἀνταυγής, ἀθερής, γλαυκός, ἐναργής, ἐναυγής, αὐγάστειρα, αἰγληφόρος,
    465 bytes (19 words) - 06:38, 22 August 2017
  • dor. c. αἰγλήεις. αἰγλᾶς: стяж. = αἰγλήεις.
    133 bytes (6 words) - 07:04, 31 December 2018
  • 4.231) αἰγλᾶς v. αἰγλήεις. Source: αἰγλάεις αἰγλάεις: συνηρ. αἰγλᾶς, Δωρ. αντί αἰγλήεις, σε Πίνδ. αἰγλάεις: дор. = αἰγλήεις.
    1,006 bytes (50 words) - 09:08, 31 December 2018
  • Grammatical information: f. Meaning: gleam, radiance (Il.) Derivatives: αἰγλήεις id. (Il.). Origin: XX [etym. unknown] Etymology: The connection with Skt
    11 KB (1,057 words) - 14:05, 2 October 2019
  • v. αἰγλήεις. Source: Αἰγλάηρ
    41 bytes (4 words) - 11:53, 21 August 2017
  • Satzinhalte 247; s. auch Böhme Sprache 7, 211 f.) mit ὑψήεις hoch (Nik.,AP; nach αἰγλήεις usw.; vgl. Schwyzer 527), -όω (auch m. ἀν-, ἐξ-u.a.) in die Höhe heben
    6 KB (612 words) - 16:00, 2 October 2019
  • and conceived by Homer as the abode of the gods. Epithets, ἀγάννιφος, αἰγλήεις, αἰπυς, μακρός, πολύπτυχος. see Ὄλυμπος. Οὔλυμπος: Οὔλυμπόνδε, Ιων. αντί
    719 bytes (57 words) - 00:44, 31 December 2018
  • δήλησις damage (Ion., Thphr.); - δηλήεις destructing (Nic.), after nominal αἰγλήεις etc.; δηλητήριος id. (Teos Va u. a.), -ιον poison (Hp. Ep.); δηλητήρ only
    25 KB (2,399 words) - 14:30, 2 October 2019
  • and conceived by Homer as the abode of the gods. Epithets, ἀγάννιφος, αἰγλήεις, αἰπυς, μακρός, πολύπτυχος. Ὄλυμπος (-ου, -οιο, -ῳ, -ον; Οὐλύμπου, -ῳ
    13 KB (1,305 words) - 15:40, 2 October 2019
  • αἰγλᾱ́εις, contr. αἰγλᾶς, Dor. voor αἰγλήεις.
    102 bytes (6 words) - 05:55, 10 January 2019
  • stralend = αἰγλήεις, γλαυκῶπις, καλλιφεγγής, κύδιμος, κυδρός, στέροψ Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale
    150 bytes (37 words) - 12:20, 10 January 2019
  • schitterend = αἰγλήεις, αἰθός, γλαυκός, διαυγής, παμφανάω, περικαλλής, περιλαμπής, στέροψ, στιλπνός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek
    212 bytes (40 words) - 18:20, 9 January 2019
  • αυτός που φωτίζεται λαμπρά, φωτεινότατος, ολόλαμπρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + αἰγλήεις (< αἴγλη)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (85 words) - 13:50, 9 January 2019
  • лучезарный = αἰγλήεις, αἰγλάεις, αἰγλᾶς, ἀριπρεπής, τηλαυγής, δῖος, χρυσόχροος, χρυσόχρους, φωτεινός, καλλιλαμπέτης, καλλιφεγγής, λαμπρός, φωσφόρος, φερεαυγής
    561 bytes (60 words) - 17:50, 18 October 2019
  • ἀργός, φιαρός, μαρμάρεος, ἦνοψ, μαρμαρόεις, μάρμαρος, σιγαλόεις, στιλπνός, αἰγλήεις, αἰγλάεις, αἰγλᾶς, ἀγλαός, λιπαρός, νῶροψ, στεροπεύς, γλαυκός, λαμπρός
    496 bytes (59 words) - 21:30, 13 October 2019
  • сияющий = φαίδιμος, αἰγλήεις, αἰγλάεις, αἰγλᾶς, ἀγλαός, παναιγλήεις, πορφύρεος, πορφυροῦς, τηλαυγής, φωτεινός, λιπαρόχροος, λιπαρόχρους, λαμπρός, λευκός
    680 bytes (66 words) - 20:40, 14 October 2019
  • καταστρεπτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < δηλέομαι (Ι). Ποιητικός σχηματισμός κατά τα αιγλήεις, φωνήεις κ.ά.]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (82 words) - 07:03, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)