Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰγοπρόσωπος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 46, cf. Aët.7.101 (p.356). αἰγοπρόσωπος: -ον (αἴξ, πρόσωπον), αυτός που έχει πρόσωπο κατσίκας, σε Ηρόδ. αἰγοπρόσωπος: с козьим лицом (τοῦ Πανὸς τὤγαλμα
    1 KB (91 words) - 19:40, 29 December 2020
  • αἰγοπρόσωπος, -ον (Α) αυτός που έχει πρόσωπο κατσίκας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    127 bytes (17 words) - 06:34, 29 September 2017
  • στενοπρόσωπος, στρογγυλοπρόσωπος, τερατοπρόσωπος, τριπρόσωπος, χαλκοπρόσωπος αρχ. αιγοπρόσωπος, αιλουροπρόσωπος, αισχροπρόσωπος, ανδροπρόσωπος, βουπρόσωπος, δυσπρόσωπος
    11 KB (702 words) - 20:25, 26 March 2021
  • de rostro de cabra = αἰγοπρόσωπος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    45 bytes (18 words) - 06:45, 22 August 2017
  • met een geitengezicht = αἰγοπρόσωπος * Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn
    49 bytes (34 words) - 09:45, 10 January 2019
  • с козьим лицом = αἰγοπρόσωπος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    49 bytes (39 words) - 07:55, 14 October 2019
  • σκαλισμένη τη μορφή ενός κριαριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < κριός + πρόσωπον (πρβλ. αιγοπρόσωπος, οφιοπρόσωπος)]. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    3 KB (184 words) - 07:45, 24 August 2021