Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰδήμων" on this wiki. See also the other search results found.

  • Source: αἰδήμων αἰδήμων: -ον, γεν. -ονος (αἰδέομαι), ντροπαλός, κόσμιος, σε Ξεν.· υπερθ. αἰδημονέστατος, στον ίδ.· επίρρ. -μόνως, στον ίδ. αἰδήμων: 2, gen
    3 KB (242 words) - 17:40, 9 January 2019
  • η (Α αἰδημοσύνη) αἰδήμων αιδώς, συστολή, σεμνότητα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    135 bytes (16 words) - 06:33, 29 September 2017
  • αἰδήμων (-ονος), -ον (Α) σεμνός, ντροπαλός, συνεσταλμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰδοῦμαι. ΠΑΡ. αἰδημοσύνη, μσν. αἰδημονικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    389 bytes (22 words) - 06:18, 29 September 2017
  • adj. P. and V. αἰδοῖος (Plat.), σώφρων, P. αἰσχυντηλός, αἰδήμων (Xen.), V. αἰδόφρων. Moderate: P. and V. μέτριος; see also poor. Not boastful: V. ἄκομπος
    639 bytes (59 words) - 09:46, 21 July 2017
  • Cautious: P. εὐλαβής. Modest: P. and V. αἰδοῖος (Plat.), P. αἰσχυντηλός, αἰδήμων (Xen.). Secretive: P. κρυψίνους (Xen.), V. σιγηλός, σιωπηλός. Look up reserved
    484 bytes (41 words) - 09:50, 21 July 2017
  • adj. P. αἰσχυντηλός, αἰδήμων (Xen.). Look up bashful on Perseus | Wiktionary | Wikipedia | Google | LSJ full text search
    159 bytes (17 words) - 09:24, 21 July 2017
  • ἐμμελής, εἴρων, ἄτυφος, ἀπέρπερος, ἀτύφωτος, αἰδήμων, βαιός, ἀκενόδοξος
    183 bytes (8 words) - 06:37, 22 August 2017
  • αἰδήμων, αἰδέσιμος, ἔνδοξος, αἰδεστός, ἐντροπηματικός, αἰδοῖος
    161 bytes (6 words) - 07:20, 22 August 2017
  • ἄτολμος, αἰσχυνομένως, αἰδήμων, αἰσχυντηλός
    116 bytes (4 words) - 07:23, 22 August 2017
  • αἰδόφρων, αἰδήμων, αἰδήφρων, ἐντροπικός
    108 bytes (4 words) - 07:20, 22 August 2017
  • im Bitten, in rogando). – probitas (Genügsamkeit, Anspruchslosigkeit). αἰδήμων, σώφρων
    2 KB (253 words) - 06:40, 10 January 2019
  • ή, όν,    A = αἰδήμων, Hdn.Epim.28. [Seite 858] = αἰδήμων, Hdn. epim. p. 28. ἐντροπικός: -ή, -όν, αἰδήμων, Ἡρῳδιαν. Ἐπιμ. σ. 28. - Ἐπίρρ. ἐντροπικῶς
    1 KB (69 words) - 06:32, 29 September 2017
  • verschwiegen, schweigsam; Eur. Med. 320; Call. Del. 302; Plut. Agesil. 29; neben αἰδήμων, de audit. 10. σιωπηλός: -ή, -όν, σιωπῶν, σιωπηλός, ἥσυχος, Εὐρ. Μήδ.
    5 KB (361 words) - 01:00, 10 January 2019
  • αἰδέσ-ομαι < αἰδώς. ΠΑΡ. (αρχ. μσν.) αἰδέσιμος αρχ. αἴδεσις, αἰδεστός, αἰδήμων μσν., αἰδεστικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (86 words) - 06:33, 29 September 2017
  • αἰδήμων
    35 bytes (1 word) - 07:20, 22 August 2017
  • vel. 11; u. so Tert. de spect. 21. ἐντροπή, ἐντρεπτικός, αἰδημοσύνη, αἰδήμων, αἰσχύνη, αἰδοσύνη, αἰδώς pudor pudoris N M :: decency, shame; sense
    8 KB (1,064 words) - 05:45, 28 February 2019
  • gemäßigter, gelinder Lauf, Plin. 6, 71. ἀτυφία, ἐντροπή, αἰδημοσύνη, αἰδήμων, αἰσχύνη, εἰρωνικός, ἀψήφιστος, αἰδώς, αἰσχυντηλός modestia modestiae
    7 KB (837 words) - 19:50, 27 February 2019
  • 665e.    II of things, shameful, Arist.Rh.1384b18. αἰσχυντηλός: -ή, -όν, αἰδήμων, κόσμιος, Πλάτ. Χαρμ. 160Ε, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 4. 9, 3· τὸ αἰσχ., ἡ αἰδημοσύνη
    3 KB (193 words) - 12:45, 9 January 2019
  • 26 (VII, 450). φῐλαιδήμων: -ον, γεν. ονος, ὁ φιλῶν τὴν αἰδημοσύνην, αἰδήμων, σεμνός, Ἀνθ. Π. 7. 540. ων, ον : qui aime la pudeur. Étymologie: φίλος
    2 KB (86 words) - 02:25, 10 January 2019
  • Πινδ. Π. 5, 22· αἰδοιέστατος κτεάνων χρυσός, ὁ αὐτ. Ο. 3. 76. ΙΙ. ἐνεργ. αἰδήμων, αἰσχυντηλός, Ὀδ. Ρ. 578, Πλάτ. Νόμ. 943Ε: - Ἐπίρρ. -ως, μετὰ σεβασμοῦ,
    13 KB (1,222 words) - 11:25, 26 February 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)