Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰθρία" on this wiki. See also the other search results found.

  • Hp. Aët.8. [ῐ in penult. exc. in dact. and anap., Sol. l.c., Ar. l.c.] αἰθρία: Ἰων, -ίη, ἡ, πεζὸς τύπος τοῦ ποιητ. αἴθρη, κατὰ πρῶτον ὅμως ἐν χρήσει παρὰ
    5 KB (420 words) - 18:15, 9 January 2019
  • ἡ Etriaciu. tirrenia fundada por Diomedes, St.Byz.s.u. Ἀτρία. Source: Αἰθρία
    105 bytes (14 words) - 12:09, 21 August 2017
  • η (Α αἰθρία) ανέφελος και καθαρός ουρανός, ξαστεριά, καλοκαιρία αρχ. καθαρός και ψυχρός νυχτερινός αέρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἰθρία αποτελεί ουσιαστικοποιημένο
    1,010 bytes (66 words) - 10:10, 23 December 2018
  • and V. οὐρανός, ὁ, αἰθήρ, ὁ (Plat.); see heaven. Clear sky: Ar. and P. αἰθρία, ἡ (Xen.). Under the open sky: use adj., P. and V. ὑπαίθριος, V. αἴθριος
    480 bytes (61 words) - 11:00, 7 August 2017
  • ), V. κυάνεος. Blue-grey: P. and V. γλαυκός. subs. Blue sky: Ar. and P. αἰθρία, ἡ (Xen.), Ar. and V. αἴθρα, ἡ. Look up blue on Perseus Dictionaries |
    327 bytes (43 words) - 09:23, 21 July 2017
  • 1. κάνω τον ουρανό αίθριο, ξάστερο 2. βρίσκομαι στο ύπαιθρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰθρία. ΠΑΡ νεοελλ. αιθρίαση, αιθρίασμα]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    534 bytes (38 words) - 06:34, 29 September 2017
  • διαφανής. Of leather: P. εὔδιος (Xen.), V. γαληνός. Clear weather: Ar. and P. αἰθρία, ἡ (Xen.). Of sound; P. and V. λαμπρός; see loud. Of sight: Ar. and P. ὀξύς
    3 KB (315 words) - 17:58, 24 February 2019
  • Sky: P. and V. οὐρανός, ὁ. Season: P. and V. ὥρα, ἡ. Clear weather: P. αἰθρία, ἡ (Xen.). Rainy weather: use rain. Fair weather: use calm. Bad weather:
    1 KB (141 words) - 11:02, 7 August 2017
  • adj. A cloudless sky, clear weather: Ar. and P. αἰθρία, ἡ (Xen.). Look up cloudless on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    193 bytes (29 words) - 09:25, 21 July 2017
  • αἰθρίη: ἡ ион. = αἰθρία.
    73 bytes (4 words) - 08:36, 31 December 2018
  • (AM καθαρότης) καθαρός 1. η ιδιότητα του καθαρού, καθαριότητα 2. διαύγεια, αιθρία, λαμπεράδα (α. «καθαρότητα της ατμόσφαιρας» β. «ἧπερ ἀὴρ τε ὕδατος ἀφέστηκε
    1 KB (84 words) - 07:20, 29 September 2017
  • weather: P. εὔδιος (Xen.), V. γαληνός; see fair. Unclouded sky: Ar. and P. αἰθρία, ἡ. Unclouded weather: use P. and V. εὐδία, ἡ. Free from care: see untroubled
    555 bytes (63 words) - 10:08, 21 July 2017
  • πρωινού, σε Ομήρ. Οδ.· πρβλ. αἰθρία. αἶθρος: ὁ утренняя свежесть, утренний холод Hom. the clear chill air of morn, Od.; cf. αἰθρία. αἶθρος -ου, ὁ αἰθήρ
    2 KB (163 words) - 05:50, 10 January 2019
  • for αἰθρία, barbarism in Ar. Th.1001. αἰτρία: ἀντὶ αἰθρία, βαρβαρισμὸς παρ’ Ἀριστοφ. Θεσμοφ. 1001. v. αἰθρία. Source: αἰτρία αἰτρία, η (Α) (βαρβαρισμός
    775 bytes (43 words) - 15:40, 31 December 2018
  • λαμπρός 2. το ουδ. ως ουσ. βλ. λ. αίθριο, το αρχ. 1. αυτός που προκαλεί την αιθρία λέγεται για τους ανέμους και κυρίως για τον βοριά 2. ως επίθ. του Διός 3
    1 KB (77 words) - 06:18, 29 September 2017
  • 1140] dunkel, finster; Χάος Hes. Th. 814; ἀήρ Luc. Nigr. 4, im Ggstz von αἰθρία; σάρκες Nic. Th. 464; φροντίς Agath. 23 (V, 297). ζοφερός: -ά, -όν, (ζόφος)
    3 KB (252 words) - 23:05, 9 January 2019
  • ποιηταῖς, ὡς Εὐρ. Ἀποσπ. 781. 50, Ἀριστοφ. Ὄρ. 778· ποιητικ. λέξις, πρβλ. αἰθρία. c. αἴθρα. (cf. αἰθήρ): clear sky, serenity. αἴθρη: (ακόμα και στην
    2 KB (159 words) - 12:25, 9 January 2019
  • Maced. for αἰθρία, Hsch. ἀδρᾰκής, ές,    A = ἀδερκής, Id. ἀδραία: Μακεδον. λέξ. = αἰθρία, Ἡσύχ. Meaning: αἰθρία H. Origin: LW [a loanword which is
    894 bytes (53 words) - 13:30, 2 October 2019
  • Αἰθρία
    33 bytes (1 word) - 07:06, 22 August 2017
  • (Meineke ᾐθρίαζε). -ῶ : exposer en plein air, à la fraîcheur. Étymologie: αἰθρία. pasar la noche al relente, dormir a la intemperie, Eleg.Alex.Adesp.SHell
    2 KB (127 words) - 05:53, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)