Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰθόλιξ" on this wiki. See also the other search results found.

  • Erot.18.3, Gal.19.71, EM α 477. • Etimología: Cf. αἴθω. Source: αἰθόλιξ αἰθόλιξ -ικος, ἡ αἴθω puist(je); blaar.
    885 bytes (51 words) - 05:55, 10 January 2019
  • ἔκζεσμα, ἔκζεσις, αἰθόλιξ, ἔκθυμα, διεξάνθημα
    122 bytes (5 words) - 06:42, 22 August 2017
  • αἰθόλιξ (-ικος), η (Α) φουσκάλα από έγκαυμα, φλύκταινα, καψοφουσκάλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω. με θεματ. παρέκταση λ- πρβλ. επίσης αἰθάλη, αἴθαλος το τέρμα της
    742 bytes (51 words) - 10:04, 23 December 2018
  • αἰθολικώδης, -ες (Α) αἰθόλιξ αυτός που έχει αιθόλικα, φουσκάλα. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    144 bytes (18 words) - 06:26, 29 September 2017
  • αἰθόλιξ
    39 bytes (1 word) - 10:55, 10 January 2019
  • αἰθόλιξ, πομφός
    57 bytes (2 words) - 18:50, 9 January 2019
  • αἰθόλιξ
    39 bytes (1 word) - 11:00, 10 January 2019
  • «καθαρός, διαυγής» κ.λπ. ΠΑΡ. αἰθάλη, αἰθήρ, αἴθουσα αρχ. αἰθήεις, αἴθινος, αἴθόλιξ, αἶθος, αἰθός, αἴθυια, αἴθύσσω, αἰθων. ΣΥΝΘ. Αἰθίοψ. Αναζήτηση σε: Google
    3 KB (238 words) - 09:00, 23 December 2018