Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰνετός" on this wiki. See also the other search results found.

  • (cf. αἰνητός). Source: αἰνετός αἰνετός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του επόμ., άξιος επαίνου, αξιέπαινος, σε Αριστ., Ανθ. αἰνετός: достойный похвалы, похвальный
    2 KB (161 words) - 05:59, 10 January 2019
  • -ή, -όν (Α αἰνετὸς) αἰνῶ αυτός που αξίζει να αινείται, να εξυμνείται, επαινετός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    174 bytes (22 words) - 06:34, 29 September 2017
  • -ου, ὁ Enetohijo de Deyón y Diomeda, Apollod.1.9.4. Source: Αἴνετος
    76 bytes (13 words) - 11:58, 21 August 2017
  • IHadrian.77.9 (I/II d.C.), cf. αἰνετός. Source: αἰνητός αἰνητός: -ή, -όν = αἰνετός, σε Πίνδ. αἰνητός: Pind. = αἰνετός. = αἰνετός, Pind.
    2 KB (155 words) - 12:37, 9 January 2019
  • ἀποδεκτέος, ἀξιεπαίνετος, ἀξιομακάριστος, αἰνητός, αἰνετός, ἀξιέπαινος
    176 bytes (6 words) - 07:02, 22 August 2017
  • αἰνετός
    35 bytes (1 word) - 06:48, 22 August 2017
  • ονος, προσηνής, «ἀγανόφρων, οἷον προσηνής, ἄγαν αἰνόφρων τις ὤν, ἄγαν αἰνετός», Ἀπολλ. Λεξικ. ἐν λέξει ἀγανόφρων. -ον odioso, cruel Apollon.Lex.50.
    777 bytes (32 words) - 12:08, 21 August 2017
  • Etymology: v. Blumenthal Hesychst. 34: = *ἀναινετεῖ; cf. ἀναίνομαι and αἰνετός. Or simply miswritten for ἀναίνεται. ἀνενετεῖ: {aneneteĩ} Meaning: ἀρνεῖται
    1 KB (56 words) - 14:00, 2 October 2019
  • war, Lyr.Oxy.426.4. -ον, Α ένδοξος στον πόλεμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πόλεμος + αἰνετός (< αἰνῶ «επαινώ, δοξάζω»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    774 bytes (29 words) - 12:19, 29 September 2017
  • μεγαίνετος: -ου, ὁ λίαν αἰνετός, ἔνδοξος, Βακχυλ. III, 64, μεγαίνητος, ὁ αὐτ. ἐν I, 16.
    180 bytes (15 words) - 10:35, 5 August 2017
  • αἰνετός
    35 bytes (1 word) - 07:03, 22 August 2017
  • μεγαίνητος ή μεγαίνετος, -ον (Α) πολύ ένδοξος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγα- + ἄνητος και αἴνετος (< αἰνῶ), πρβλ. ευ-αίνητος, πολυ-αίνητος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    929 bytes (35 words) - 06:46, 29 September 2017
  • be praised exceedingly, LXX Da.3.(52). ὑπεραινετός: -ή, -όν, ὁ σφόδρα αἰνετός, ἄξιος πολλῶν αἴνων, Ἑβδ. (ᾨδὴ τῶν Τριῶν Παίδων 29). -ή, -όν, ΜΑ αυτός
    1 KB (68 words) - 12:50, 29 September 2017
  • Αἴνετος, Αἴνηθος, Αἴνητος
    77 bytes (3 words) - 06:43, 22 August 2017
  • αἰνητός, -ή, -όν (Α) ο αινετός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    81 bytes (15 words) - 06:34, 29 September 2017
  • πολυαίνητος, -ον, Α πολύαινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + αἰνετός/ αἰνητός (< αἰνῶ «μιλώ για κάποιον, δοξάζω»), πρβλ. ευ-αίνετος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    2 KB (89 words) - 08:08, 1 January 2019
  • ὄνομα τῆς δόξης σου, τὸ ἅγιον, τὸ ὑπεραινετόν», ΠΔ). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + αἰνετός «αξιέπαινος»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    543 bytes (43 words) - 12:51, 29 September 2017
  • похвальный = αἰνετός, ἐπαινετός, πανηγυρικός, ἐπαινετικός, ἐγκωμιαστικός Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This
    154 bytes (41 words) - 21:40, 13 October 2019
  • eervol = ἀγέρωχος, ἀγήνωρ, αἰνετός, καλός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn
    97 bytes (35 words) - 08:00, 10 January 2019
  • prijzenswaardig = αἰνετός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    39 bytes (32 words) - 11:00, 10 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)