Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἰπύνωτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Pr.830. αἰπύνωτος: -ον, αυτός που έχει ψηλά τα νώτα, αυτός που βρίσκεται σε υψηλή ορεινή ράχη, λέγεται για τη Δωδώνη, σε Αισχύλ. αἰπύνωτος: расположенный
    2 KB (137 words) - 16:10, 9 August 2021
  • precipitous: P. ἀπότομος (Plato), ἀπόκρημνος, κρημνώδης, V. ὑψηλόκρημνος, αἰπύνωτος, ὀκρίς, αἰπύς, αἰπεινός. a sheer crag: V. λισσὰς πέτρα, ἡ. absolute: P
    555 bytes (41 words) - 11:25, 10 December 2020
  • ἀπότομος (Plato), ἀπόκρημνος, κρημνώδης, V. ὑψηλόκρημνος, αἰπύς, αἰπεινός, αἰπύνωτος, ὀκρίς. a precipitous rock: V. λισσὰς πέτρα, ἡ. ⇢ Look up "precipitous"
    448 bytes (35 words) - 09:50, 10 December 2020
  • κατάντης. precipitous: P. ἀπότομος, ἀπόκρημνος, κρημνώδης, V. αἰπύς, αἰπύνωτος, αἰπεινός, ὀκρίς, ὑψηλόκρημνος; see precipitous. P. and V. λόφος, ὁ,
    1 KB (121 words) - 13:51, 14 October 2021
  • Met., of hills, etc.: P. ἀπότομος (Plato), ἀπόκρημνος, κρημνώδης, V. αἰπύνωτος, ὑψηλόκρημνος, ὀκρίς, αἰπύς, αἰπεινός. ⇢ Look up "frowning" on Perseus
    521 bytes (39 words) - 20:55, 9 December 2020
  • αἰπύνωτος, -ον (Α) που βρίσκεται σε ψηλή ράχη, σε ψηλή βουνοπλαγιά (για τη Δωδώνη). [ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < αἰπύς + νῶτον. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    356 bytes (26 words) - 22:42, 29 December 2020
  • P. ἀπότομος. ἀπόκρημνος, κρημνώδης, V. αἰπύνωτος, ὑψηλόκρημνος, ὀκρίς, αἰπύς, αἰπεινός; see steep. ⇢ Look up "beetling" on Perseus Dictionaries | Perseus
    377 bytes (29 words) - 19:00, 9 December 2020
  • ἔχων ὑψηλὰ τὰ νῶτα, Σχόλ. εἰς Αἰσχύλ. Πρ. 830 πρὸς ἑρμηνείαν τῆς λέξεως αἰπύνωτος. -ον, Α αυτός που έχει ψηλά νώτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑψηλός + -νωτος (< νῶτον)
    1,017 bytes (61 words) - 14:35, 1 January 2021
  • situado en el escarpado espinazo de una sierra = αἰπύνωτος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    39 bytes (22 words) - 07:22, 22 August 2017
  • высокогорный = αἰπύνωτος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet | Glosbe
    43 bytes (37 words) - 10:15, 14 October 2019
  • σύνθετα με α΄ συνθ. το αἰπυ- «ψηλός» (από το μυκην. Αἰπυγένεια και τα αἰπύνωτος και αἰπυ-μήτης του Αισχύλου, καθώς και άλλα μεταγενέστερα, όπως το αἰπύδ-μητος
    4 KB (263 words) - 22:40, 29 December 2020
  • расположенный высоко в горах = αἰπύνωτος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    43 bytes (40 words) - 20:00, 14 October 2019