Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἱμασιά" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὀβελίσκους. Source: αἱμασιά αἱμᾰσιά: ἡ, τοίχος από ξηρούς λίθους, Λατ. maceria, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ. (αμφίβ. προέλ.). αἱμᾰσιά: ἡ 1) pl. терновник (αἱμασιὰς
    7 KB (720 words) - 14:05, 2 October 2019
  • αὐτοσχεδόν, ἄγχι, ἐγγύς, ἀγχοῦ, ἐμπελάδην, αὐτοσχεδίη, ἐγγύθεν, ἀβασία, αἱμασιά
    261 bytes (12 words) - 06:48, 22 August 2017
  • τέτοια περίπτωση, το αἱμασιά θα ερμηνευθεί από αρχ. τύπο sai-mn > (αἱμα, τ. ουδετ. ονόμ. που θα δώσει ως παράγωγο αἱματ-ιὰ > αἱμασιά. Ως προς τη σημ. της
    3 KB (222 words) - 15:15, 15 January 2019
  • muratus assisto, Augustin. serm. 294, 7. δόμα, ἀσφάλισις, διατείχιον, αἱμασιά
    818 bytes (131 words) - 06:40, 22 August 2017
  • ἀγρόκηπον, ἀλωή, ἅλων, αἱμασιά, ἅλως
    105 bytes (5 words) - 07:09, 22 August 2017
  • ιων. τ., και δωρ. τ. ὀφρύα, ἡ (Α) 1. (κατά τον Ησύχ.) «ὀφρύη χῶμα, λόφος, αἱμασιά» 2. (στην αιτ. και δ. τ.) ὀφρύγην πρόχωμα, όχθη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀφρύς + κατάλ
    508 bytes (39 words) - 12:12, 29 September 2017
  • (A), άδος, fem. Adj.    A enclosing, στέγη S.Fr.812 ; ὀρχάς· περίβολος, αἱμασιά, Hsch. ὀρχάς (B), άδος, ἡ, (ὄρχις) a kind of    A olive, so called from
    3 KB (205 words) - 15:30, 2 October 2019
  • ἀντίκλεις, ἀβασία, αἱμασιά
    79 bytes (3 words) - 07:23, 22 August 2017
  • ἁρμακίς, ἔδαφος, αἱμασιά
    75 bytes (3 words) - 07:14, 22 August 2017
  • ἑρμακιά, ἡ (Α) έρμαξ αιμασία. τοίχος κατασκευασμένος με πέτρες μικρές και μεγάλες χωρίς χρησιμοποίηση λάσπης, ξερολιθιά («αἱμασιά τὸ ἐκ χαλίκων ᾠκοδομημένον
    486 bytes (40 words) - 07:13, 29 September 2017
  • ες,    A like a αἱμασιά, Pl.Lg.681a. αἱμᾰσιώδης: -ες, (εἶδος) = ὅμοιος αἱμασιᾷ, Πλάτ. Νόμ. 681Α. -ες como una tapia περίβολοι Pl.Lg.681a, cf. Hsch
    1 KB (55 words) - 17:40, 9 January 2019
  • ἀνασκολοπίζω, αἱμασιά
    66 bytes (2 words) - 06:50, 22 August 2017
  • wofür das ion. ῥῆχος, od. richtiger ῥηχός, Her. 7, 142; Hesych. erkl. αἱμασιά. – 3) stachlige, dornige Ruthe, u. übh. Ruthe, Reis; E. M. erkl. σκόλοπα
    1 KB (146 words) - 03:20, 1 January 2019
  • αἱμασιά
    35 bytes (1 word) - 07:09, 22 August 2017
  • Λευκοφρυηνὴ ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 2914Α, κτλ. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ὀφρύη· χῶμα. λόφος. αἱμασιά». ης (ἡ) : hauteur, escarpement. Étymologie: ὀφρύς. ὀφρύη, ιων. τ.,
    3 KB (182 words) - 04:50, 10 January 2019
  • forms: ὀρχός m. border of the eyelid, ταρσός (Poll. 2, 69); ὀρχάς περίβολος, αἱμασιά H., ὀρχάδος στέγης (S. Fr. 812); ὀρχηδόν (Hdt. 7, 144), after H., = ἡβηδόν
    9 KB (922 words) - 15:30, 2 October 2019
  • 1218] ες, einem θριγκός ähnlich, Hesych. αἱμασιά. θριγκώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος θριγκῷ, Ἡσύχ. ἐν λ. αἱμασιά. θριγκώδης, -ες (Α) θριγκός όμοιος με θριγκό
    831 bytes (42 words) - 06:38, 29 September 2017
  • αἱμασιώδης, -ες (Α) αιμασιά ο όμοιος με αιμασιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    119 bytes (17 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αἱμασιολογῶ (-έω) (Α) μαζεύω πέτρες για να φτιάξω αιμασιά, περίφραγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἱμασιὰ + -λογῶ < -λογος < λέγω (= συλλέγω)]. Αναζήτηση σε: Google |
    466 bytes (25 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἱμασσιά: ἡ, (= αἱμασιά), Ἐπιγρ. Τροιζῆνος L. et F. 157a.
    116 bytes (9 words) - 11:06, 5 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)