Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἱματίτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • violeta, Ocimum basilicum L. var. purpurascens, Ps.Apul.l.c. Source: αἱματίτης αἱματίτης -ου αἷμα f. αἱματῖτις -τιδος, als adj. bloed- :. τὰς φλέβας τὰς αἱματίτιδας
    3 KB (223 words) - 05:59, 10 January 2019
  • ο (Α αἱματίτης) (Α και θηλ. -ῑτις) ο όμοιος με αίμα «αιματίτης λίθος», λίθος που περιέχει σίδηρο (κν. αιματοστάτης και αιμοστάτης), φυσικό οξείδιο του
    930 bytes (64 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αἱμορρώδης, αἱματῖτις, ἔναιμος, ἐναιμώδης, αἱματίτης
    138 bytes (5 words) - 07:20, 22 August 2017
  • ἀγριοβασιλικός, ἀμαρανθίς, αἱματίτης
    99 bytes (3 words) - 06:41, 22 August 2017
  • εἰαριήτης, αἱματῖτις, αἱματίτης
    90 bytes (3 words) - 07:09, 22 August 2017
  • αἱματωπός, αἱματοειδής, αἱμόχρωμος, αἱμώδης, αἱμαλέος, αἱματίτης
    164 bytes (6 words) - 06:54, 22 August 2017
  • 12.193, cf. prob. Alch.Fr.Pap.2.12. Source: αἱματῖτις αἱματῖτις zie αἱματίτης.
    740 bytes (77 words) - 05:55, 10 January 2019
  • αἱματῖτις, αἱματίτης
    65 bytes (2 words) - 06:48, 22 August 2017
  • Müller Archäol. d. Kunst § 289. 6. 5) ταινία, ὥς τις κηλίς, ἐν λίθῳ, αἱματίτης λίθος ἄριστός ἐστιν… ὁ ἀνεπίμικτος ῥυπαρίας τινὸς ἢ διαζωμάτων Διοσκ. 5
    9 KB (744 words) - 17:50, 10 January 2019
  • diseases, as nephritis, Hp.Int.44; εἰ. ἰκτερώδης jaundice, ib.45; εἰ. αἱματίτης scurvy, ib.46, cf. Lyc. ap. Orib.8.28.1, etc.; staggers, Arist.HA604a30
    8 KB (657 words) - 14:35, 2 October 2019
  • color rojo sangre τὸ δὲ κάλλιον γάρος, τὸ καλούμενον αἱ. Gp.20.46.6 (cf. αἱματίτης I 2). Source: αἱμάτιον
    2 KB (171 words) - 12:06, 21 August 2017
  • n. secreto de diversas piedras o plantas con virtudes mág. αἷμα ὄφεως· αἱματίτης λίθος PMag.12.410, αἷμα Ἄρεως· ἀνδράχνη PMag.12.420, cf. 422. • Etimología:
    40 KB (4,889 words) - 13:00, 3 October 2019
  • ανθράκωμα, ανθράκι 4. πολύτιμος λίθος με σκούρο χρώμα, κυρίως ρουμπίνι, αιματίτης, αμέθυστος νεοελλ. 1. το χημικό στοιχείο που είναι θεμελιακό συστατικό
    5 KB (227 words) - 12:18, 15 February 2019
  • λοίθος (sic) αἱματίτης Cyr., cf. s. cont., Hsch. Source: ἀγαλμαῖος
    91 bytes (10 words) - 11:44, 21 August 2017
  • αἱματίτης
    39 bytes (1 word) - 06:41, 22 August 2017
  • αἱματίτης
    39 bytes (1 word) - 07:19, 22 August 2017
  • -ον verde, de color verde o verdoso (ῥάβδοι) Gal.18(1).495, ὁ καλούμενος αἱματίτης λίθος Ph.Byz.Mir.2.3, de joyas Stud.Pal.20.5.6 (II d.C.), BGU 2328.5 (V
    1 KB (114 words) - 06:27, 29 September 2017
  • 14, y en vet. Hippiatr.2.19, 29 •dif. variedades: el γάρον αἱμάτιον o αἱματίτης hecho c. vísceras, branquias y sangre de atún SB 11340.2 (VI d.C.) •el
    8 KB (920 words) - 14:30, 2 October 2019
  • no trabajado de mineral. en bruto κύανος Thphr.Lap.39, χρυσός D.S.3.45, αἱματίτης Dsc.5.126 •de colinas sin explotar X.Vect.4.2 •de plantas sin cultivar
    14 KB (1,231 words) - 20:30, 9 January 2019
  • αἱματίτης
    39 bytes (1 word) - 07:41, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)