Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἱματίτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • ὁ,    A blood-like, λίθος αἱματίτης = haematite, hematite, a red iron-ore, Dsc.5.126, cf. Athenod. Tars.4; εἰλεὸς αἱματίτης, a disease, Hp.Int.46:— fem
    4 KB (426 words) - 17:28, 19 July 2020
  • ο (Α αἱματίτης) (Α και θηλ. -ῑτις) ο όμοιος με αίμα «αιματίτης λίθος», λίθος που περιέχει σίδηρο (κν. αιματοστάτης και αιμοστάτης), φυσικό οξείδιο του
    930 bytes (64 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αἱμορρώδης, αἱματῖτις, ἔναιμος, ἐναιμώδης, αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    138 bytes (18 words) - 07:20, 22 August 2017
  • αἱματωπός, αἱματοειδής, αἱμόχρωμος, αἱμώδης, αἱμαλέος, αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of
    164 bytes (19 words) - 06:54, 22 August 2017
  • ἀγριοβασιλικός, ἀμαρανθίς, αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    99 bytes (16 words) - 06:41, 22 August 2017
  • εἰαριήτης, αἱματῖτις, αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    90 bytes (16 words) - 07:09, 22 August 2017
  • 169, αἱ. λίθος Gal.12.193, cf. prob. Alch.Fr.Pap.2.12. αἱματῖτις zie αἱματίτης.
    740 bytes (75 words) - 05:55, 10 January 2019
  • diseases, as nephritis, Hp.Int.44; εἰ. ἰκτερώδης jaundice, ib.45; εἰ. αἱματίτης scurvy, ib.46, cf. Lyc. ap. Orib.8.28.1, etc.; staggers, Arist.HA604a30
    7 KB (660 words) - 23:05, 7 July 2020
  • color rojo sangre τὸ δὲ κάλλιον γάρος, τὸ καλούμενον αἱ. Gp.20.46.6 (cf. αἱματίτης I 2).
    2 KB (174 words) - 21:55, 7 July 2020
  • n. secreto de diversas piedras o plantas con virtudes mág. αἷμα ὄφεως· αἱματίτης λίθος PMag.12.410, αἷμα Ἄρεως· ἀνδράχνη PMag.12.420, cf. 422. • Etimología:
    39 KB (4,892 words) - 21:57, 7 July 2020
  • ανθράκωμα, ανθράκι 4. πολύτιμος λίθος με σκούρο χρώμα, κυρίως ρουμπίνι, αιματίτης, αμέθυστος νεοελλ. 1. το χημικό στοιχείο που είναι θεμελιακό συστατικό
    5 KB (227 words) - 12:18, 15 February 2019
  • αἱματῖτις, αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    65 bytes (15 words) - 06:48, 22 August 2017
  • Müller Archäol. d. Kunst § 289. 6. 5) ταινία, ὥς τις κηλίς, ἐν λίθῳ, αἱματίτης λίθος ἄριστός ἐστιν… ὁ ἀνεπίμικτος ῥυπαρίας τινὸς ἢ διαζωμάτων Διοσκ. 5
    9 KB (771 words) - 13:50, 4 July 2020
  • αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    39 bytes (14 words) - 06:41, 22 August 2017
  • λοίθος (sic) αἱματίτης Cyr., cf. s. cont., Hsch.
    91 bytes (8 words) - 11:44, 21 August 2017
  • 14, y en vet. Hippiatr.2.19, 29 •dif. variedades: el γάρον αἱμάτιον o αἱματίτης hecho c. vísceras, branquias y sangre de atún SB 11340.2 (VI d.C.) •el
    8 KB (923 words) - 15:12, 30 September 2020
  • -ον verde, de color verde o verdoso (ῥάβδοι) Gal.18(1).495, ὁ καλούμενος αἱματίτης λίθος Ph.Byz.Mir.2.3, de joyas Stud.Pal.20.5.6 (II d.C.), BGU 2328.5 (V
    1 KB (117 words) - 15:10, 30 June 2020
  • αἱματίτης
    39 bytes (1 word) - 07:41, 22 August 2017
  • αἱματίτης Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    39 bytes (14 words) - 07:19, 22 August 2017
  • σύνθετα της λέξης αίμα: ΠΑΡ. αιμάσσω, αιματηρός, αιματικός, αιμάτινος, αιματίτης αρχ. αἱμαλέος, αἱμάς, αἱματίζω, αἱματόεις, αἱματώ, αἱματωπός, αἱμηρός αρχ
    27 KB (1,731 words) - 09:00, 23 December 2018

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)