Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἱμοφόρυκτος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Heraclit.All.42. Source: αἱμοφόρυκτος αἱμοφόρυκτος: -ον (φορύσσω), μολυσμένος, κηλιδωμένος με αίμα· κρέα, σε Ομήρ. Οδ. αἱμοφόρυκτος: замаранный кровью, окровавленный
    2 KB (91 words) - 16:55, 9 January 2019
  • αἱμοφόρυκτος, -ον (Α) ο μολυσμένος με αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + φορυκτὸς < φορύσσω «ρυπαίνω, μολύνω»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    374 bytes (22 words) - 06:18, 29 September 2017
  • αἱμοφόρυκτος, βαλιός, ἄπλυτος
    84 bytes (3 words) - 07:12, 22 August 2017
  • αἱμοφόρυκτος
    45 bytes (1 word) - 06:52, 22 August 2017
  • met bloed bevlekt = αἱματόφυρτος, αἱμοφόρυκτος, καθαιμακτός Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN
    108 bytes (36 words) - 17:56, 9 January 2019
  • окровавленный = βροτόεις, αἱμοφόρυκτος, φοινήεις, φόνιος, αἱματόεις, αἱματοῦς, αἱματηρός, ἐναιμήεις, ἔναιμος, δαφοινεός, δαφοινός, αἱμοβαφής, αἱμαλέος
    471 bytes (55 words) - 00:35, 14 October 2019
  • замаранный кровью = αἱμοφόρυκτος Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    49 bytes (38 words) - 23:35, 13 October 2019
  • πεφορυγμένος (Nik., Q. S., Opp.) ib., φορυσσέμεναι· μολύνειν H. — Davon αἱμοφόρυκτος mit Blut besudelt (υ 348), ἀ- ~ (AP), φορυκτός (Lyk.). Auch φορυτός m
    2 KB (170 words) - 13:40, 2 October 2019