Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἱμωπός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Ph.2.585. Source: αἱμωπός αἱμωπός: -όν = αἱματωπός, σε Ανθ. αἱμωπός: Sext., Anth. = αἱματωπός. = αἱματωπός, Anth.] αἱμωπός -όν αἷμα, ὤψ] met bloederig
    1 KB (99 words) - 05:55, 10 January 2019
  • αἱμωπός, -ὸν (Α) παράλληλος τύπος της λέξης αιματωπός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    136 bytes (17 words) - 06:18, 29 September 2017
  • ἔνσωμος, ἐνσώματος, αἱμωπός, ἔνσαρκος, αἱματόεις
    129 bytes (5 words) - 07:04, 22 August 2017
  • αἱμωπός, αἱμόχρωμος, αἱμόχροος
    87 bytes (3 words) - 06:58, 22 August 2017
  • αἱματωπός, αἱμωπός
    60 bytes (2 words) - 06:59, 22 August 2017
  • αἱματωπός, αἱμωπός
    64 bytes (2 words) - 09:45, 10 January 2019
  • στενωπός, φλογωπός, χαρωπός, χρυσωπός αρχ. αιγωπός, αιθωπός, αιματωπός, αιμωπός, αλαωπός, αλλοιωπός, αλωπός, αμβλωπός, αντωπός, απερωπός, αργωπός, αστερωπός
    3 KB (177 words) - 11:00, 19 December 2018