Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἴθριος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 2 ἔθρια· εὐδία Hsch.l.c. • Etimología: Cf. αἴθρα, αἰθήρ. Source: αἴθριος αἴθριος: -ον (αἴθρη), καθαρός, λαμπρός, ανέφελος, ξάστερος, λέγεται για τον
    6 KB (597 words) - 16:00, 4 July 2020
  • -ια, -ιο (Α αἴθριος, -ία, -ιον) 1. (για τον ουρανό και τον καιρό) καθαρός, ανέφελος, λαμπρός 2. το ουδ. ως ουσ. βλ. λ. αίθριο, το αρχ. 1. αυτός που προκαλεί
    1 KB (77 words) - 06:18, 29 September 2017
  • αἰθρία, ἡ (Xen.). under the open sky: use adj., P. and V. ὑπαίθριος, V. αἴθριος (Soph., Fragment), P. ἐν ὑπαίθρῳ. in the sky, adj.: P. and V. οὐράνιος.
    590 bytes (60 words) - 08:54, 20 May 2020
  • Ar. and V. μετάρσιος. in the open air: use adj., P. and V. ὑπαίθριος, V. αἴθριος (Soph., Fragment); also P. ἐν ὑπαίθρῳ. live in the open air: P. θυραυλεῖν
    2 KB (137 words) - 08:50, 20 May 2020
  • χειμάζεσθαι. exposed to the weather, in the open air: P. and V. ὑπαίθριος, V. αἴθριος (Soph., Fragment), or use P. ἐν ὑπαίθρῳ. hold out against: P. and V. ἀντέχειν
    1 KB (138 words) - 08:50, 20 May 2020
  • ἀπαρεμπόδιστος, ἀσυννεφής, ἀνεπισκότητος, ἀπαραπόδιστος, ἀνεφής, ἀνέφελος, αἴθριος
    224 bytes (8 words) - 07:01, 22 August 2017
  • αέρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἰθρία αποτελεί ουσιαστικοποιημένο τ. θηλ. του επιθ. αἴθριος, αἰθρία, αἴθριον (πρβλ. φιλία, η < φίλιος, -ία, -ιον, πολεμία, η < πολέμιος
    1,010 bytes (66 words) - 10:10, 23 December 2018
  • in: P. and V. καθαρός. in the open air: use adj., P. and V. ὑπαίθριος, V. αἴθριος (Soph., Fragment), also P. ἐν ὑπαίθρῳ. live in the open: P. θυραυλεῖν, ἐν
    6 KB (547 words) - 10:52, 3 July 2020
  • άστεγη στο μέσον. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθριον, ουσιαστικοποιημένο ουδ. του επιθ. αἴθριος. Η λ. αἴθριον (και το υποκορ. αἰθρίδιον) κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους θεωρήθηκε
    984 bytes (70 words) - 06:33, 29 September 2017
  • ΠΑΡ. αἰθέριος, αἰθεριώδης, αἰθεροειδής αρχ. αἰθεροῦμαι, αἰθερώδης, αἴθρη, αἴθριος, αἶθρος. ΣΥΝΘ. αρχ. αἰθερεμβατῶ, αἰθεροβόσκας, αἰθεροδινής, αἰθερολαμπής
    3 KB (213 words) - 15:11, 15 January 2019
  • (лат. atrium) атрий, передняя (в римск. доме) Luc. αἴθριον -ου, τό zie αἴθριος.
    201 bytes (15 words) - 16:55, 9 January 2019
  • ἀσύγχυτος, ἀνεμπόδιστος, ἀκέραιος, ἐνώπιος, ἀνεπηλύγαστος, αἰσθητικός, αἴθριος, ἐμφανής, ἐναργής, διειδής, διαυγής, ἁπλόος, γάρ claro clarare, claravi
    2 KB (262 words) - 16:55, 27 February 2019
  • εσσα, εν,    A = αἴθριος, Pherenic. ap. Sch.Pi.O. 3.28, Opp.C.4.73. αἰθρήεις: εσσα, εν, = αἴθριος, Φερένικ. παρὰ Σχολ. Πινδ. Ο. 3. 28, Ὀππ. Κ. 4, 73
    846 bytes (49 words) - 12:10, 21 August 2017
  • ὑπαίθριος, αἴθριος, ἐν ὑπαίθρῳ ⇢ Look up "in the open air" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    101 bytes (24 words) - 09:35, 23 May 2020
  • διάφωσις, αἴθριος
    57 bytes (2 words) - 06:41, 22 August 2017
  • (Α αἰθριάζω) νεοελλ. (για τον ουρανό και τον καιρό) γίνομαι αίθριος, ξαστερώνω αρχ. 1. κάνω τον ουρανό αίθριο, ξάστερο 2. βρίσκομαι στο ύπαιθρο. [ΕΤΥΜΟΛ
    534 bytes (38 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αἰθριοκοιτῶ (-έω) (Α) κοιμάμαι στο ύπαιθρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθριος + κοῖτος, «κλίνη, ύπνος», πιθ. με τη μεσολάβηση επιθ. aἰθριόκοιτος]. Αναζήτηση σε: Google
    393 bytes (26 words) - 06:34, 29 September 2017
  • interior, PIFAO l.c., PLond.1023.20 (V/VI d.C.), PZilliac.6.30 (VI d.C.) (cf. αἴθριος II). • Etimología: Cf. αἰθήρ. -ου, ὁ frío de la madrugada, relente αἴθρῳ
    2 KB (163 words) - 16:00, 30 June 2020
  • (ion.) HDT à l’air libre, càd à terre, p. opp. à ἐν ὕδατι. Étymologie: αἴθριος. αἰθρία: Ιων. -ίη, ἡ, μεταγεν. τύπος του ποιητ. αἴθρη, που απαντά αρχικά
    5 KB (453 words) - 21:50, 7 July 2020
  • ὑπαίθριος, αἴθριος, ἐν ὑπαίθρῳ ⇢ Look up "exposed to the weather" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    101 bytes (24 words) - 19:20, 22 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)