Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἴθω" on this wiki. See also the other search results found.

  • caliente’. Con otros alarg. cf. ἄζα, ἄριστον, ἦρι, ἀλάβα, etc. Source: αἴθω αἴθω: μόνο στον ενεστ. και παρατ., 1. ανάβω, καίω, σε Ηρόδ., Τραγ. 2. αμτβ
    17 KB (1,696 words) - 14:00, 2 October 2019
  • στοά της ομηρικής κατοικίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Αίθουσα (ενν. στοά), μετχ. του ρ. αἴθω «καίω». Αρχικά σήμαινε (κατά τον Chantraine) «έναν εξωτερικό χώρο (στοά)
    1,010 bytes (79 words) - 06:34, 29 September 2017
  • ἐντύφω, αἴθω, δαίω, διακαίω, διαφλέγω, ἐμπίμπρημι, ἐμπυρίζω, ἐγκαίω, δήω, ἐμπυρσεύω, ἐγκαταπίμπρημι, ἐκκαίω, ἐκδαίω, διεκπυρόω, ἀποκαίω, ἀφεύω, διασμύχω
    508 bytes (23 words) - 06:54, 22 August 2017
  • plant, s. s.v. αἴθω. Other forms: αἴθουσσα Hdn. Gr. 2, 919 Origin: PG [a word of Pre-Greek origin] Etymology: Generally explained as ptc. of αἴθω, as glowing
    5 KB (479 words) - 11:15, 26 February 2019
  • αἴθω, δαίω, ἐξάπτω, ἐνάπτω, ἐκθάλπω, ἀνάπτω, ἐξανάπτω, ἐκπυρσεύω, ἀναφλογίζω, ἐναύω, ἀναδαίω, ἐκφλογίζω, ἀνακαίω, ἀναίθω, ἐνδαίω, ἀναφλέγω, ἀναφαίνω, ἐναυγάζω
    507 bytes (24 words) - 07:04, 22 August 2017
  • ἀναπυρίζω, ἀπαίθομαι, αἴθω, ἀναλάμπω, ἐκπίμπραμαι, δαίω, ἀνάπτω, ἐκφλογίζω, ἀνακαίω, ἐνθάλπω, ἀναβράζω, ἐκζέω, διάπτω, ἐκφλέγω, ἐκκαίω, ἀποκαίω, ἐκπυρόω
    493 bytes (23 words) - 06:55, 22 August 2017
  • ή εξατμίστηκε 2. «ὁ ἀπὸ ἀσβέστου καπνὸς» (Ετυμολογικόν Μέγα). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω. ΠΑΡ. αρχ. αἰθαλέος, αἰθαλίων, αἰθαλῶ, αἰθαλώδης. ΣΥΝΘ. μσν. αἰθαλοκομπία
    768 bytes (51 words) - 06:24, 29 September 2017
  • αἰθάλη: ἡ (αἴθω) = αἴθαλος, καπνιά, σε Λουκ. αἰθάλη: ἡ сажа, копоть Luc. See also: αἴθω αἴθω, = αἴθαλος soot, Luc. αἰθάλη -ης, ἡ αἴθω roet. αἰθάλη:
    3 KB (221 words) - 13:45, 2 October 2019
  • колебать (τι Anth.). αἴθω to put in rapid motion, stir up, kindle, Soph.:—Pass. to quiver, of leaves, Sapph. αἰθύσσω [~ αἴθω 1. act. (causat.) met acc
    3 KB (281 words) - 05:50, 10 January 2019
  • ωνος, ὁ, ἡ, (αἴθω)    A fiery, burning, κεραυνός Pi.O.10(11).83; of fiery smoke, P.1.23.    II of burnished metal, flashing, glittering, σίδηρος Il.4.485
    8 KB (624 words) - 12:11, 9 January 2019
  • aestas: ātis, f. akin to αἴθω = to burn, Varr. L. L. 6, § 9; cf.: aestus, aether, aethra; Sanscr. indh = to kindle, iddhas = kindled; O. H. Germ. eiten
    6 KB (752 words) - 22:40, 27 February 2019
  • Ελληνικά ξεν. όρου πρβλ. αγγλ. ethane, ελληνογενές < eth- (< ether < αἰθὴρ < αἴθω) + -ane (πρβλ. -άνιο)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    874 bytes (50 words) - 10:40, 23 December 2018
  • αἴθω (Α) 1. ανάβω, καίω (χρησιμοποιείται μόνο σε ενεστ. και παρατ.) 2. (αμτβ.) φλέγομαι, λάμπω 3. παθ. φλέγομαι, καίγομαι (στον Όμηρο μόνο στη μετοχή:
    3 KB (238 words) - 09:00, 23 December 2018
  • Étymologie: αἴθω. 2ους (τό) : feu, flamme, ardeur. Étymologie: αἴθω. αἶθος: ὁ καύσωνας, φωτιά, σε Ευρ. αἶθος: ὁ пламя, огонь, жар Eur. αἴθω a burning
    1 KB (86 words) - 17:45, 9 January 2019
  • [Indo-European]X [probably] Etymology: Generally derived from αἴθω, q.v. See also: ἰραρός, ἰθαίνειν αἴθω [in Hom. fem; in Hes., Aesch., and attic Prose masc;
    20 KB (2,120 words) - 13:45, 2 October 2019
  • αἴθαλος αἴθᾰλος: ὁ (αἴθω;), φλόγα καπνίζουσα, καπνιά, σε Ευρ. αἴθᾰλος: ὁ сажа, копоть Eur. αἴθω ?] soot, Eur. αἴθαλος -ου, ὁ αἴθω dikke rook, roet.
    2 KB (182 words) - 17:40, 9 January 2019
  • 329): pl.    A Αἰθιοπῆες Il.1.423, whence nom. Αἰθιοπεύς Call.Del.208: (αἴθω, ὄψ):—properly, Burnt-face, i.e. Ethiopian, negro, Hom., etc.; prov., Αἰθίοπα
    8 KB (844 words) - 13:00, 3 October 2019
  • φύλλα) σειέμαι, ανατριχιάζω, αναρριγώ 3. (αμτβ.) πετάω, ανεβαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω εκφραστικός (λόγω της καταλήξεως -ύσσω) ενεστώτας, που χρησιμοποιείται συνήθως
    921 bytes (52 words) - 06:48, 29 September 2017
  • quod Graece αἰών vocatur, Fest. p. 13 Müll. Curtius refers this word to αἴθω, aestus, as meaning originally, fire-place, hearth; others, with probability
    8 KB (1,160 words) - 20:35, 27 February 2019
  • στοιχείο της φύσης. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἰθὰρ αποτελεί μεταρρηματικό παράγωγο του αἴθω, σχηματισμένο με το επίθημα -ερ- (αἴθ-ω > αἰθ-έρ-ος, θ. αἰθερ-) ο τ. αἰθὴρ
    3 KB (213 words) - 15:11, 15 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)