Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αἷμα" on this wiki. See also the other search results found.

  • person, ὦ Διὸς… αἷμα IG14.1003.1, cf. 1389 ii4, etc. αἷμα: -ατος, τό, Ὅμ. ὅστις πολλάκις συνάπτει φόνος τε καὶ αἷμα, κτλ., ψυχῆς ἄκρατον αἷμα, Σοφ. Ἠλ. 786·
    40 KB (4,889 words) - 13:00, 3 October 2019
  • τεκνοκτόνον μύσος. Murder of kindred: P. ἐμφύλιον αἷμα (Plat.). V. ἔμφυλον αἷμα, αἷμα κοινόν, αἷμα γενέθλιον, αὐθέντης φόνος. Laws concerning murder:
    1 KB (125 words) - 09:47, 21 July 2017
  • P. and V. ὁμόφυλος. Murder of kindred: P. ἐμφύλιον αἷμα (Plat.). V. ἔμφυλον αἷμα, αἷμα κοινόν, αἷμα γενέθλιον, αὐθέντης φόνος. Murdering kindred, adj.:
    1 KB (94 words) - 09:45, 21 July 2017
  • «ὅμαιμον αἷμα», φόνος συγγενούς «ὁ πρὸς αἵματος», συγγενής εξ αίματος ή ομόφυλος «οὐκ ἔχω αἷμα», είμαι ωχρός ή χωρίς ζωηρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αἷμα ανήκει
    27 KB (1,731 words) - 09:00, 23 December 2018
  • blood: V. αἷμα χεῖν, αἷμα ἐκχεῖν, αἷμα πράσσειν. In prose use kill. My mother's blood has been shed by me: V. εἴργασται δʼ ἐμοὶ μητρῷον αἷμα (Eur., Or
    1 KB (139 words) - 10:02, 21 July 2017
  • αγιασμό ή καθαρμό (α. «ῥαντιεῑς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι», ΠΔ β. «τὸ αἷμα ταύρων... ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει...», ΚΔ) νεοελλ. ψεκάζω δέντρα
    855 bytes (67 words) - 12:25, 29 September 2017
  • Upon the dead man hath now fallen a bitter payment of blood for blood: V. αἷμα δʼ αἵματος πικρὸς δανεισμὸς ἦλθε τῷ θανόντι νῦν (Eur., El. 857). Look up
    661 bytes (73 words) - 09:48, 21 July 2017
  • subs. P. and V. αἷμα, τό, V. φόνος, ὁ; see murder. Be related by blood: P. and V. γένει προσήκειν; see descent, relationship. The barbed weapons of the
    824 bytes (89 words) - 09:48, 7 August 2017
  • (Μ αἱμοχαρής) αυτός που χαίρεται βλέποντας να χύνεται αίμα, αιμοδιψής, κακούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + -χαρὴς < ἐχάρην, αόρ. του χαίρω. Αναζήτηση σε: Google
    446 bytes (28 words) - 06:34, 29 September 2017
  • adj.: Ar. and P. ὕειος, χοίρειος (Xen.). The blood of slaughtered swine: V. αἷμα χοιρόκτονον (Aesch., Frag.). Look up swine on Perseus | Wiktionary | Wikipedia
    459 bytes (55 words) - 11:01, 7 August 2017
  • ετυμολόγηση της λ. από το ἵημι (βλ. λ. αἷμα), ενώ η σημ. (2) πρέπει να έχει προέλθει με απόσπαση του αἵμων από σύνθετα της λ. αἷμα (ἀν-αίμων, φιλ-αίμων, πολυ-αίμων
    1 KB (103 words) - 06:34, 29 September 2017
  • αἱματώδης) αἷμα ο όμοιος με αίμα κατά το χρώμα, κόκκινος νεοελλ. αυτός που έχει άφθονο αίμα, ο πλούσιος σε αίμα 2. αυτός που γίνεται με αίμα, ο αιμάτινος
    478 bytes (47 words) - 06:35, 29 September 2017
  • τα φίδια) αυτός που δεν χορταίνει αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + -βορος < βορά. ΠΑΡ. νεοελλ. αιμοβορία, αιμοβόρικος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    865 bytes (55 words) - 06:34, 29 September 2017
  • διώρρωσε τὸ αἷμα ἐκ τῆς ἐωθυίης συστάσιος Hp.Morb.1.30, διορροῖ τὴν γονὴν τὸ αἷμα Hp.Steril.213, cf. en v. pas. ib. •en v. med. hacerse seroso (τὸ αἷμα) διορροῦται
    689 bytes (70 words) - 12:08, 21 August 2017
  • Pherecr.l.c., cf. Hdt.4.199 •fig. ἐκπίνουσ' ἀεὶ ψυχῆς ... αἷμα S.El.785, Ἔρως ... τί μευ ... ἐκ χροὸς αἷμα ... πέπωκας; Theoc.2.56 (tm.), ἄχρις ... ἐκ δὲ πίω
    12 KB (1,118 words) - 21:50, 9 January 2019
  • ἀπέδευσις, ἀποβίωσις, ἀπογενεσία, ἀπογένεσις, ἀναίρεσις, ἀποχώρησις, ἀναχώρησις, αἷμα, διάκρισις, διάλυσις
    492 bytes (21 words) - 07:13, 22 August 2017
  • (στράγξ)    A squeeze out, ὕδωρ Dsc.1.30; στραγγιεῖ τὸ αἷμα LXX Le.1.15; press, squeeze the water out of crushed olives which have been immersed, Gp.9
    3 KB (239 words) - 12:32, 29 September 2017
  • ἐμφύλιοι οι συγγενείς 3. φρ. α) «γῆ ἐμφύλιος» — γενέτειρα, πατρίδα β) «ἐμφύλιον αἷμα» — φόνος συγγενούς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    788 bytes (68 words) - 07:08, 29 September 2017
  • — μέ πληγώνει ψυχικά, μού προξενεί μεγάλη λύπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. αἱματῶ < αἷμα, -ατος]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    667 bytes (46 words) - 07:27, 29 September 2017
  • -ές (Α αἱμοσταγής) αυτός που στάζει αίμα νεοελλ. αιμοχαρής, κακούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + -σταγὴς < στάζω. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    400 bytes (23 words) - 06:34, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)