Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοθελής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο αὐτοθελής: -ές (θέλω), αυτός που ενεργεί σύμφωνα με τη θέλησή του, εκούσιος, σε Ανθ. αὐτοθελής: действующий по доброй воле:
    2 KB (166 words) - 20:05, 29 December 2020
  • voluntariamente = αἱρετός, ἐθελημῶς, ἑκών, ἀπαρακλήτως, αὐτοθελής, αὐτεπαγγέλτως, γνώμων, ἑκούσιος, αὐτοκέλευστως, ἐθελοντής, ἐθέλω, αὐθαίρετος, ἑκοντί
    579 bytes (37 words) - 19:47, 14 January 2021
  • αὐτοθελής, -ές (AM) θέλω Ι. αυτός που ενεργεί, που κάνει κάτι με τη θέλησή του II. επίρρ. αὐτοθελῶς θεληματικά, εκούσια. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    268 bytes (29 words) - 06:59, 29 September 2017
  • que obra por propia voluntad = αὐτόβουλος, αὐτοθελής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    66 bytes (20 words) - 06:48, 22 August 2017
  • λ. αὐτεθελεί. adv. de sa propre volonté, volontairement. Étymologie: αὐτοθελής. adv. voluntariamente ἐλθεῖν ᾍδαν αὐ. AP 7.470 (Mel.). αὐτοθελεί:
    1 KB (76 words) - 19:55, 29 December 2020
  • действующий по доброй воле = αὐτοθελής * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    43 bytes (40 words) - 14:31, 14 October 2019