Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοκέλευθος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο αὐτοκέλευθος: -ον, αυτός που πορεύεται το δικό του δρόμο, σε Ανθ. αὐτοκέλευθος: привольно текущий или катящий свои
    2 KB (146 words) - 20:00, 29 December 2020
  • αὐτοκέλευθος, -ον (Α) αυτός που ακολουθεί δικό του δρόμο. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    128 bytes (18 words) - 07:00, 29 September 2017
  • recorriendo el mismo camino = αὐτοκέλευθος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    45 bytes (18 words) - 06:44, 22 August 2017
  • que recorre su propio camino = αὐτοκέλευθος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    45 bytes (19 words) - 07:18, 22 August 2017
  • привольно текущий = αὐτοκέλευθος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    49 bytes (38 words) - 21:20, 13 October 2019
  • катящий свои воды = αὐτοκέλευθος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    49 bytes (39 words) - 06:30, 14 October 2019
  • ρηξικέλευθος αρχ. αγχικέλευθος, αιψηροκέλευθος, ακέλευθος, αντικέλευθος, αυτοκέλευθος, διωξικέλευθος, εκκέλευθος, ιθυκέλευθος, ιπποκέλευθος, ισοκέλευθος, λοξοκέλευθος
    24 KB (2,374 words) - 11:38, 20 April 2021