Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοκασίγνητος" on this wiki. See also the other search results found.

  • 442, IUrb.Rom.1220.4 (II/III d.C.), IHadrian.168.3 (II/III d.C.). αὐτοκασίγνητος, ο (θηλ. αὐτοκασιγνήτη, η) (Α) κασίγνητος αυτάδελφος, αδελφός. * Αναζήτηση
    1 KB (117 words) - 20:10, 29 December 2020
  • αὐτοκασίγνητος, ο (θηλ. αὐτοκασιγνήτη, η) (Α) κασίγνητος αυτάδελφος, αδελφός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    181 bytes (18 words) - 06:59, 29 September 2017
  • el propio hermano = αὐτάδελφος, ἑαυτάδελφος, αὐτοκασίγνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    105 bytes (19 words) - 07:03, 22 August 2017
  • Schwester (von derselben Mutter), Vetter, Base’. Composita : Kompp.: αὐτοκασίγνητος (Il.), -ήτη (ep. poet. seit κ 137) leiblicher Bruder, Schwester, πατροκασίγνητος
    13 KB (1,205 words) - 16:55, 1 January 2021
  • 137, Εὐρ. Φοιν. 136, κτλ. ης (ἡ) : propre sœur. Étymologie: fém. de αὐτοκασίγνητος. own sister, Od. 10.137†. -ης, ἡ la propia hermana, Od.10.137, Hes
    2 KB (126 words) - 20:00, 29 December 2020
  • родной брат = αὐτάδελφος, αὐτοκασίγνητος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com |
    80 bytes (39 words) - 02:55, 14 October 2019
  • η βλ. αυτοκασίγνητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    71 bytes (12 words) - 06:24, 29 September 2017
  • ταυτότητα ή συμπτωση με άλλους πρβλ. αυτάδελφος αρχ. αυθαίμων, αυθόμαιμος, αυτοκασίγνητος. 7. το εξ ολοκλήρου, αναφορικά με την ύλη που δηλώνεται από το β' συνθετικό
    6 KB (424 words) - 11:10, 23 December 2018