Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοκασιγνήτη" on this wiki. See also the other search results found.

  • | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο αὐτοκᾰσιγνήτη: ἡ, αυτάδελφη, αμφιθαλής αδελφή μου, σε Ομήρ. Οδ., Ευρ. αὐτοκᾰσιγνήτη: ἡ родная сестра Hom., HH, Eur.
    2 KB (126 words) - 20:00, 29 December 2020
  • αὐτοκασίγνητος, ο (θηλ. αὐτοκασιγνήτη, η) (Α) κασίγνητος αυτάδελφος, αδελφός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    181 bytes (18 words) - 06:59, 29 September 2017
  • η βλ. αυτοκασίγνητος. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    71 bytes (12 words) - 06:24, 29 September 2017
  • la propia hermana = αὐτάδελφος, αὐτοκασιγνήτη * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    74 bytes (18 words) - 06:42, 22 August 2017
  • Meth.Symp.11.2. 2 de mujeres reina, soberana, señora de una amazona αὐτοκασιγνήτη χρυσοζώνοιο ἀνάσσης ép. en Sch.Pi.N.3.64, de Ifigenia, E.IA 592 •esp
    9 KB (911 words) - 00:15, 1 January 2021
  • (II/III d.C.), IHadrian.168.3 (II/III d.C.). αὐτοκασίγνητος, ο (θηλ. αὐτοκασιγνήτη, η) (Α) κασίγνητος αυτάδελφος, αδελφός. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    1 KB (117 words) - 20:10, 29 December 2020
  • родная сестра = αὐτοκασιγνήτη, συγκασιγνήτη, αὐτάδελφος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    108 bytes (40 words) - 12:05, 14 October 2019