Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοκράτειρα" on this wiki. See also the other search results found.

  • de las Euménides, Orph.H.70.8. ο, θηλ. αυτοκράτειρα, και αυτοκρατόρισσα, η (AM αὐτοκράτωρ, ο, αὐτοκράτειρα, η) 1. ο μόνος κυρίαρχος, ο απόλυτος μονάρχης
    4 KB (251 words) - 11:06, 12 February 2021
  • η βλ. αυτοκράτορας. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    67 bytes (12 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ο, θηλ. αυτοκράτειρα, και αυτοκρατόρισσα, η (AM αὐτοκράτωρ, ο, αὐτοκράτειρα, η) 1. ο μόνος κυρίαρχος, ο απόλυτος μονάρχης μιας χώρας 2. τίτλος ηγεμόνων
    3 KB (201 words) - 11:05, 12 February 2021
  • ο, θηλ. αυτοκράτειρα, και αυτοκρατόρισσα, η (AM αὐτοκράτωρ, ο, αὐτοκράτειρα, η) 1. ο μόνος κυρίαρχος, ο απόλυτος μονάρχης μιας χώρας 2. τίτλος ηγεμόνων
    3 KB (201 words) - 11:05, 12 February 2021
  • soberana = δέσποινα, αἰσυμνῆτις, αὐτοκράτειρα, δυνάστις, ἄνασσα * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of
    136 bytes (19 words) - 07:22, 22 August 2017
  • agentes en -τωρ. v. s.u. κράτος. ο, θηλ. αυτοκράτειρα, και αυτοκρατόρισσα, η (AM αὐτοκράτωρ, ο, αὐτοκράτειρα, η) 1. ο μόνος κυρίαρχος, ο απόλυτος μονάρχης
    20 KB (1,844 words) - 11:25, 20 April 2021
  • ο, θηλ. αυτοκράτειρα, και αυτοκρατόρισσα, η (AM αὐτοκράτωρ, ο, αὐτοκράτειρα, η) 1. ο μόνος κυρίαρχος, ο απόλυτος μονάρχης μιας χώρας 2. τίτλος ηγεμόνων
    3 KB (201 words) - 11:05, 12 February 2021
  • Μένανδ. ἐν Ἀδηλ. 336, καὶ βασιλὶς Εὐστ. 1425. 42. 3) ἡ παρὰ Ρωμαίοις αὐτοκράτειρα, Ἡρῳδιαν. 1. 7, 6, κ. ἀλλ. – Πρβλ. Φρύν. σ. 225, Κούρτ. σ. 637. ης
    6 KB (596 words) - 20:15, 29 December 2020
  • ἕδρα ἀπολύτου ἄρχοντος, Ἰωσήπ. Ἀρχ. Ἰ. 18. 2, 1: ‒ αὐτοκρατόρισσα, ἡ, αὐτοκράτειρα, Ἄννα Κομν. σ. 463: ‒ αὐτοκρατορόθεν, ἐπίρρ., ἐκ τοῦ αὐτοκράτορος, Ἄννα
    1 KB (79 words) - 20:00, 29 December 2020
  • χρησιμοποιούσαν στις κοντινές μετακινήσεις τους ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ή η αυτοκράτειρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    520 bytes (41 words) - 06:18, 29 September 2017
  • Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1770, εξέγερση που υποστηρίχθηκε από την αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη Β' και πραγματοποιήθηκε με την αποστολή στην Ελλάδα
    592 bytes (52 words) - 12:11, 29 September 2017
  • -έω, Μ σεβαστοκράτωρ κυβερνώ ως αυτοκράτορας ή ως αυτοκράτειρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    153 bytes (18 words) - 12:27, 29 September 2017
  • με ένα μόνο κερί, που έκαιγε κατά τη διάρκεια τελετών μπροστά από την αυτοκράτειρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    257 bytes (27 words) - 07:39, 29 September 2017
  • με ένα μόνο κερί, που έκαιγε κατά τη διάρκεια τελετών μπροστά από την αυτοκράτειρα. * Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    257 bytes (27 words) - 07:27, 29 September 2017
  • η, Ν 1. η σύζυγος του τσάρου της Ρωσίας 2. η βασιλεύουσα αυτοκράτειρα της Ρωσίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσάρος + κατάλ. -ινα (πρβλ. δημαρχ-ίνα)]. * Αναζήτηση σε:
    426 bytes (31 words) - 12:42, 29 September 2017
  • Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο Σεβαστιάς: ἡ, = Λατ. Augusta, η Αυτοκράτειρα, σε Ανθ. Σεβαστιάς, άδος, = Lat. Augusta, the Empress, Anth.
    1 KB (79 words) - 21:40, 29 December 2020
  • προσφώνηση για σεβαστή κυρία νεοελλ. Δέσποινα κύριο, βαπτιστικό όνομα μσν. η αυτοκράτειρα και η μητέρα του αυτοκράτορα αρχ. 1. η βασίλισσα 2. (ως επίθ. θεαινών)
    14 KB (1,553 words) - 12:45, 6 January 2021
  • Κωνσταντινουπόλεως, διακοσμημένο με πορφυρούς λίθους, στο οποίο παρέμενε η αυτοκράτειρα κατά τις ημέρες του τοκετού αρχ. 1. βαθυκόκκινη ταινία ή άλλη διακόσμηση
    21 KB (1,948 words) - 11:25, 29 March 2021