Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοκύλιστος" on this wiki. See also the other search results found.

  • vom Blutegel, Opp. Hal. 2, 604; oft bei Nonn., z. B. D. 10, 355. 376. αὐτοκύλιστος: [ῠ], -ον, ὁ ἀφ’ ἑαυτοῦ κυλιόμενος, εἰσοκεν… αὐτοκύλιστα πέσῃ μεθύουσιν
    1 KB (91 words) - 20:15, 29 December 2020
  • enrollado sobre sí mismo = αὐτοκύλιστος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    45 bytes (18 words) - 07:04, 22 August 2017
  • Ἔκφρ. Ἁγ. Σοφ. 251, 735. (I) ΜΑ 1. λυγίζω λίγο τα γόνατα («ὕπτιος αὐτοκύλιστος ὑπώκλασε ταῡρος ἀρούρη», Νόνν.) 2. (με δοτ.) ταπεινώνομαι μπροστά σε
    4 KB (297 words) - 09:00, 27 March 2021
  • (I) ΜΑ 1. λυγίζω λίγο τα γόνατα («ὕπτιος αὐτοκύλιστος ὑπώκλασε ταῡρος ἀρούρη», Νόνν.) 2. (με δοτ.) ταπεινώνομαι μπροστά σε κάποιον 3. μτφ. (για λύχνο)
    1 KB (76 words) - 09:05, 27 March 2021