Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτοπαθής" on this wiki. See also the other search results found.

  • Epicur.[1] 137. 4 gram. intransitivamente Eust.398.36, 966.23. -ές (Α αὐτοπαθής, -ές) (κυρίως για ρήματα και αντωνυμίες) αυτός που δηλώνει ότι η ενέργεια
    4 KB (343 words) - 23:31, 29 December 2020
  • -ές (Α αὐτοπαθής, -ές) (κυρίως για ρήματα και αντωνυμίες) αυτός που δηλώνει ότι η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο αρχ. Ι. αυτός
    771 bytes (54 words) - 06:23, 29 September 2017
  • = ἀναλογιστικός, ἀμετάβατος, διανοηματικός, βουλευτικός, αὐτοχείριος, αὐτοπαθής, ἀνάκλαστος, ἐννοητικός, ἐλλόγιμος * Look up in: Google | Wiktionary
    267 bytes (23 words) - 06:38, 22 August 2017
  • ἦν Θουκυδίδης», «εκείνα τα χρόνια») 5. ως επαναληπτική αντωνυμία 6. ως αυτοπαθής νεοελλ. με γενική κτητική αντί του άρθρου σε μίμηση της γαλλικής («το δωμάτιό
    3 KB (253 words) - 08:35, 27 March 2021
  • intransitivo = διάκειμαι, ἀμετάβατος, ἀδιαβίβαστος, αὐτοπαθής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    121 bytes (18 words) - 06:53, 22 August 2017
  • intransitivamente = ἀμετάβατος, αὐτοπαθής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    66 bytes (16 words) - 06:49, 22 August 2017
  • instintivamente = αὐτοδίδακτος, αὐτοπαθής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    70 bytes (16 words) - 06:43, 22 August 2017
  • resignadamente = αὐτοπαθής, ἀγαπητός * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    62 bytes (16 words) - 07:19, 22 August 2017
  • -ής, -oύ (AM ἑαυτοῦ, -ῆς, -οῡ Α και αὑτοῦ, -ῆς, -οῡ) αυτοπαθής αντωνυμία γ' προσώπου (α. «ἔρριπτον εἰς ὕδωρ σφᾱς αὐτούς» — έπεφταν στο νερό β. «αὐτὸ ἐφ'
    2 KB (194 words) - 12:45, 15 February 2019
  • des mots réfléchis (p. opp. à celle des mots transitifs). Étymologie: αὐτοπαθής. -ας, ἡ I 1experiencia propia o personal ἐκ τῆς αὐτοπαθείας ... γίνεσθαι
    4 KB (315 words) - 11:35, 20 April 2021
  • 175: ― Ἐπίρρ. -θῶς = μεταβατικῶς, Εὐστ. 920. 27. 2) ἐπὶ ἀντωνυμιῶν, μὴ αὐτοπαθής, ὅταν δηλ. δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ μετὰ τοῦ ὑποκειμένου τοῦ ῥήματος, ὡς π. χ.
    3 KB (252 words) - 12:34, 20 April 2021
  • que se atormenta a sí mismo = αὐτόκακος, αὐτοπαθής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    64 bytes (21 words) - 07:18, 22 August 2017
  • por propia experiencia = αὐτοπαθής * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    39 bytes (17 words) - 07:15, 22 August 2017
  • η (Α αὐτοπάθεια) αυτοπαθής νεοελλ. 1. το παθαίνει κανείς κάτι από τον ίδιο τον εαυτό του 2. η ιδιότητα ορισμένων λέξεων (κυρίως αντωνυμιών και ρημάτων)
    560 bytes (50 words) - 06:59, 29 September 2017
  • ἀντανακλαστικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ ἐπιτήδειος εἰς ἀντανάκλασιν, ἡ ἀν. ἀντωνυμία, αὐτοπαθής, Γραμμ.: - ὡσαύτως ἀντανάκλαστος, ον, Πρισκιαν. -ή, -ό 1. εκείνος που
    1 KB (79 words) - 16:40, 31 December 2018
  • άλλο υποκείμενο (διδάσκεις ἐμέ, αλλοπαθής αντωνυμία, διδάσκεις σεαυτόν, αυτοπαθής) «τύπτω σε, τύπτεις με» β) «αλλοπαθή ρήματα», τα μεταβατικά ρήματα, σε
    1 KB (73 words) - 23:25, 29 December 2020
  • возвратный = αὐτοπαθής, ἀντανακλαστικός, ἀντανάκλαστος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota
    113 bytes (39 words) - 13:30, 14 October 2019
  • непереходный = ἀπαθής, αὐτοπαθής * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    62 bytes (38 words) - 09:40, 15 October 2019
  • -ής (AM ἐμαυτοῦ, -ῆς Α και ἐμεωυτοῦ και ἐμωυτοῦ, -ῆς) αυτοπαθής αντωνυμία α' εν. προσώπου, μόνο στις πλάγιες πτώσεις («εμένα του ίδιου, του ίδιου του εαυτού
    587 bytes (52 words) - 12:20, 15 February 2019
  • ἐν ἐμαυτῷ, s. ἐν. ἐμαυτοῦ: ἐμαυτῆς, Ἰων. ἐμεωυτοῦ (ἢ ἐμωυτοῦ), -ῆς: ― Αὐτοπαθὴς ἀντωνυμία τοῦ α΄ προσώπου, ἐν χρήσει μόνον κατὰ γεν., δοτ. καὶ αἰτ. τοῦ
    13 KB (1,583 words) - 08:49, 27 March 2021

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)