Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "αὐτόστονος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο αὐτόστονος: -ον (στένω), αυτός που θρηνεί για ή προς τον εαυτό του, σε Αισχύλ. αὐτόστονος: стонущий о своей участи Aesch
    2 KB (114 words) - 20:07, 29 December 2020
  • αὐτόστονος, -ον (Α) αυτός που στενάζει για τα βάσανά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο- + στόνος «στεναγμός» < στένω (πρβλ. αγάστονος, βαρύστονος)]. * Αναζήτηση σε:
    444 bytes (27 words) - 07:00, 29 September 2017
  • -ον que resuena por sí mismo glos. a αὐτόστονος Sch.A.Th.917a.
    112 bytes (13 words) - 12:19, 21 August 2017
  • que resuena por sí mismo = αὐτοστένακτος, αὐτόστονος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    74 bytes (20 words) - 07:18, 22 August 2017
  • no por bocas mercenarias = αὐτόστονος * Look up in: Google | Wiktionary | Wikcionario (Translation based on the reversal of DGE)
    41 bytes (18 words) - 06:40, 22 August 2017
  • φρήν. (δᾱϊόφρων) -ονος que tiene una mente desdichada, desdichado, γόος αὐτόστονος ... δ. A.Th.918. δαϊόφρων (-ονος), ο, η (Α) θλιβερός, θρηνητικός. [ΕΤΥΜΟΛ
    2 KB (130 words) - 21:20, 29 December 2020
  • Aesch. Sept. 900. αὐτοπήμων: -ον, ἀφ’ ἑαυτοῦ τὰ κακὰ ἔχων, δαϊκτήρ γόος αὐτόστονος, αὐτοπήμων Αἰσχύλ. Θήβ. 916. ων, ον ; gén. ονος; qui concerne les propres
    2 KB (137 words) - 20:00, 29 December 2020
  • стонущий о своей участи = αὐτόστονος * Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    45 bytes (40 words) - 11:00, 14 October 2019