Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βάλλω" on this wiki. See also the other search results found.

  • only, ἄχεῗ μεγάλῳ βεβολημένος ἦτορ, ‘stricken,’ Il. 9.9, , Od. 10.347. βάλλω (βάλλω, -ομεν; βάλλετ(ε); βάλλων: aor. (ἔ)βᾰλε(ν), (ἔ)βαλον; βάλω, -ῃ; βαλέτω;
    129 KB (13,494 words) - 13:15, 3 October 2019
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρός «σίτος» + -βολῶ (< -βόλος < βάλλω), πρβλ. λιθο-βολώ]. (II) -έω, Ν πυροβόλος 1. (αμτβ.) βάλλω με πυροβόλο όπλο 2. (μτβ.) κατευθύνω εναντίον
    771 bytes (47 words) - 11:50, 9 January 2019
  • πρόσωπα) ανόητος αρχ. 1. η ριξιά των κύβων 2. η βολή 3. τραύμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. βάλλω. ΣΥΝΘ. απόβλημα, έμβλημα, επίβλημα, περίβλημα, πρόβλημα αρχ. αμφίβλημα, αντίβλημα
    970 bytes (61 words) - 07:00, 29 September 2017
  • lance; 3 p. ext. coup porté de loin (par une arme de trait). Étymologie: βάλλω. (βάλλω): throw, throwing, pelting, only pl.; ὀφθαλμῶν βολαί, ‘glances,’ Od
    14 KB (1,323 words) - 13:20, 3 October 2019
  • σκορπίζει γύρω του λάμψη, φωτοβόλος, λαμπρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκτὶς (-ίνα) + -βόλος < βάλλω. ΠΑΡ. ἀκτινοβολία. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    607 bytes (36 words) - 06:25, 29 September 2017
  • ενεστωτικός τύπος του βάλλω < βάλνω < αρχ. βάλλω (πρβλ. σφάνω < σφάλνω < σφάλλω). Η ετυμολ. < αρχ. βαίνω, με επίδραση του βάλλω δεν φαίνεται πειστική]
    2 KB (119 words) - 06:24, 29 September 2017
  • δίεμαι, ἐκριπίζω, ἐκβιάζομαι, ἀνακοντίζω, ἐντινάσσω, ἀπορρίπτω, βαλλίζω, βάλλω
    973 bytes (41 words) - 06:54, 22 August 2017
  • πλοίο κατά την προσόρμισή του αρχ. στερεώνω, γαντζώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγκυρα + βάλλω. ΠΑΡ. αρχ. ἀγκυροβόλιον νεοελλ. αγκυροβόλημα, αγκυροβόληση, αγκυροβόλι, αγκυροβολία]
    691 bytes (38 words) - 06:31, 29 September 2017
  • ἄρχω, ἐλάω, διώκω, ἀποποιμαίνω, δίεμαι, διοχετεύω, δακτυλίζω, ἀφηγέομαι, βάλλω, διακομίζω
    820 bytes (38 words) - 06:58, 22 August 2017
  • διϊκνέομαι, ἄρνυμαι, ἀντέχω, ἀνύω, διαστείχω, ἐμβατέω, διϊππεύω, ἅπτω, βάλλω
    754 bytes (36 words) - 06:52, 22 August 2017
  • ἐκδίδωμι, εἰσίημι, ἐμβάλλω, διαστάζω, ἐκβλυστάνω, ἀναχέω, δεύω, ἐνίημι, ἀφύσσω, βάλλω, διαχέω, ἐγχύνω, εἰσαντλέω, ἐκχύνω, διαβλύζω, ἐκκοδοάζω, διασταλάσσω, ἐκχέω
    720 bytes (33 words) - 07:23, 22 August 2017
  • εἰσαφικάνω, ἄγω, ἀνάγω, διανύω, ἀποβαίνω, ἀπαντάω, διϊππεύω, ἐκβαίνω, ἄνειμι, βάλλω, ἀνθυποστρέφω
    798 bytes (36 words) - 07:11, 22 August 2017
  • v. βάλλω. ἔβᾰλον: αόρ. βʹ του βάλλω. ἔβαλον: aor. 2 к βάλλω.
    180 bytes (12 words) - 19:04, 31 December 2018
  • τό (< βάλλω), [in LXX chiefly for חֵץ;] a missile, a dart: Eph 6:16.† from βάλλω; a missile, i.e. spear or arrow: dart. βελεος, τό (βάλλω), a missile
    31 KB (3,212 words) - 13:25, 3 October 2019
  • ἐντίκτω, εἰσαίρω, ἐνίημι, ἀντεπιτίθημι, ἀμφιδύω, ἀνατίθημι, ἐγκατασκευάζω, βάλλω, ἁρμόζω, ἀμφιέννυμι
    648 bytes (27 words) - 07:15, 22 August 2017
  • ἐλλαμβάνω, ἀναδέχομαι, ἀπολαμβάνω, διαδέχομαι, ἀντιλαμβάνω, δειδίσκομαι, βάλλω
    775 bytes (30 words) - 06:49, 22 August 2017
  • διανοέομαι, ἐνθυμίζομαι, ἐνθύμιος, ἀπολαμβάνω, ἐκλογίζομαι, διενθυμέομαι, ἐννοέω, βάλλω, βλέπω, ἀφοράω
    742 bytes (31 words) - 06:53, 22 August 2017
  • [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) βολ-, βάλλω]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο βόλος: ὁ (βάλλω), 1. ρίψη με δίχτυ πιασίματος
    9 KB (838 words) - 06:20, 10 January 2019
  • ἀμφέρχομαι, διέξειμι, ἐκβαίνω, ἀποπλανάω, διαφέρω, διαπλέκω, ἐκπληρόω, βάλλω, διαβαδίζω, διαπορθμεύω, διακομίζω
    1 KB (63 words) - 06:43, 22 August 2017
  • ἐντιλάω, ἀφορμίζομαι, ἀπευλυτέω, ἀναλύω, ἐντινάσσω, ἀποβάλλω, ἀπορρίπτω, βάλλω
    645 bytes (28 words) - 07:22, 22 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)