Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βίαιος" on this wiki. See also the other search results found.

  • Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο βίαιος: -α, -ον και -ος, -ον (βία), I. πειθαναγκαστικός, βίαιος· ἔργα βίαια, σε Ομήρ. Οδ.· βίαιος θάνατος, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ
    21 KB (2,084 words) - 17:55, 9 January 2019
  • -η, -ο (AM ἀπότομος, -ον) αποτέμνω 1. απόκρημνος 2. αιφνίδιος, ξαφνικός, βίαιος 3. μτφ. (για ανθρώπους ή ανθρώπινες εκδηλώσεις) τραχύς στη συμπεριφορά,
    556 bytes (42 words) - 06:21, 29 September 2017
  • adj. P. and V. βίαιος. Compulsory: P. and V. ἀναγκαῖος, P. βίαιος. Of natural phenomena: P. ἰσχυρός. Insolent: P. ὑβριστικός, or use P. and V. ὑβριστής
    1 KB (122 words) - 10:08, 21 July 2017
  • αὐθάδης, -ες) θρασύς αρχ. 1. υπεροπτικός, αλαζονικός 2. (για ζώα) επιθετικός, βίαιος 3. (για πράγματα) άκαμπτος, σκληρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυτο-Fάδης (με αττική συναίρεση
    1 KB (58 words) - 15:12, 15 January 2019
  • αυτός που δεν έχει αιδώ, ντροπή, αδιάντροπος, αναίσχυντος, αυθάδης αρχ. 1. βίαιος, σκληρός, ανελέητος, άσπλαχνος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀναιδές αναίδεια. [ΕΤΥΜΟΛ
    877 bytes (48 words) - 06:52, 29 September 2017
  • η (AM βιαιότης) βίαιος η ιδιότητα του βίαιου νεοελλ. βίαιη πράξη ή ενέργεια. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    193 bytes (22 words) - 06:23, 29 September 2017
  • ο μη ήμερος 5. αυτός που προέρχεται από άγριο φυτό 6. σκληρός, τραχύς, βίαιος, απότομος, σκαιός 7. ο υπερβολικά μεγάλος, ισχυρός, δριμύς, έντονος, σφοδρός
    3 KB (216 words) - 06:31, 29 September 2017
  • η (AM διάσπασις) βίαιος διαχωρισμός νεοελλ. 1. διχασμός λόγω διχόνοιας, διαφοράς αντιλήψεων ή συμφερόντων 2. πρόκληση ρήγματος («η διάσπαση του μετώπου
    1 KB (105 words) - 07:04, 29 September 2017
  • και θράψη, ἡ (ΑΜ θραῡσις) θραύω 1. ο βίαιος χωρισμός τών μορίων σκληρού σώματος, σπάσιμο, σύντριψη 2. (για νόσο ή πόλεμο) εξόντωση, όλεθρος, καταστροφή
    886 bytes (72 words) - 07:18, 29 September 2017
  • 3. (για ζώα) ατίθασος, ανήμερος, άγριος 4. (για καταστάσεις ή ιδιότητες) βίαιος, άξεστος, χυδαίος, ευτελής 5. επίρρ. ἀμαθῶς α) από άγνοια, με άγνοια β)
    2 KB (118 words) - 06:51, 29 September 2017
  • δυναμικός, βιαστικός, ἐνδύναμος, ἐνστηνής, βριαρός, βιοθάλμιος, γλίον, βίαιος, ἀζηχής, ἐντενής, δηκτικός, βαρύς, ἐμβριθής, δυνατός, ἀνδρεῖος, ἁδινός,
    611 bytes (29 words) - 07:06, 22 August 2017
  • «πετρώδες έδαφος». Εξάλλου μία σύνδεση με τα ζάφελος, ζαφελής «ορμητικός, βίαιος» φαίνεται αστήρικτη]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    2 KB (114 words) - 07:00, 29 September 2017
  • adj. Compulsory: P. βίαιος, P. and V. ἀναγκαῖος. Violent: P. and V. βίαιος. Cogent: P. and V. πιθανός, P. ἀναγκαῖος (Thuc. 4, 60). Firm, strong: Met.,
    403 bytes (40 words) - 09:40, 21 July 2017
  • ἀπηλεγής, ἀγριόνους, ἄρσην, δυσαής, δάϊος, δράστης, ἀναγκαῖος, βιαστικός, βίαιος, ἀτάσθαλος, ἀφόρητος, βαρύς, ἀνδρεῖος, ἐναγώνιος, ἀνατατικός, ἐξαίσιος,
    553 bytes (25 words) - 06:48, 22 August 2017
  • που υβρίζει ή συνηθίζει να υβρίζει, βλάσφημος μσν.-αρχ. θρασύς, αναιδής ή βίαιος αρχ. 1. ακόλαστος, ασελγής 2. (για ζώο) ατίθασος 3. (για φυσικά φαινόμενα)
    810 bytes (67 words) - 12:52, 29 September 2017
  • αυτός που δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί, να συγκρατηθεί 2. ακατάσχετος, βίαιος, ορμητικός 3. αχαλίνωτος, ανυπότακτος, αδάμαστος αρχ.-μσν. 1. ο άπιαστος
    508 bytes (43 words) - 06:49, 29 September 2017
  • και επίσης -ός, -όν· 1. ορμητικός, βίαιος, υπερβολικός, ασυγκράτητος, σε Θουκ. κ.λπ. 2. λέγεται για ανθρώπους, βίαιος, ορμητικός, παράφορος, σε Πλάτ.· επίσης
    10 KB (861 words) - 10:30, 20 January 2019
  • δυσγάργαλος, δυσήνιος, δυσπειθής, δυσπαράπιστος, δύσχειρος, βίαιος, ἀβαδής, δυσπράυντος, ἀτιθάσωτος, ἀτίθασος, ἀτιθάσευτος, δυσγάργαλις, ἀτάσθαλος, δυσγαργάλιστος
    512 bytes (19 words) - 07:09, 22 August 2017
  • 34. 23, Ἰσαῖος 73. 42, Δημ. 23. 19· μετὰ τοῦ, βίαιος, εἰ μὲν τοίνυν... εἰς ἐμὲ μόνον ἀσελγὴς οὕτω καὶ βίαιος ἐγεγόνει, ὁ αὐτ. 556. 21, Ἰσαῖος 73. 42· σκῶμμ’
    9 KB (827 words) - 11:45, 10 January 2019
  • -η, -ο (Α ἀκάθεκτος, -ον) ασυγκράτητος, ορμητικός, βίαιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + καθεκτός < κατέχω. ΠΑΡ. αρχ. ἀκαθεκτοῦμαι]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    475 bytes (25 words) - 06:18, 29 September 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)