Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βαλανεύς" on this wiki. See also the other search results found.

  • qe-ra-na ‘vasija de agua caliente’, de *gu̯her- ‘caliente’. Source: βαλανεύς βαλανεύς, ο (Α) 1. υπηρέτης σε λουτρά 2. πολυλογάς, φλύαρος (επειδή ήταν παροιμιώδης
    4 KB (390 words) - 06:00, 10 January 2019
  • Hot-baths: P. θερμά, τά (Xen.), V. θερμὰ λοῦτρα, τά. Bath attendant: Ar. and P. βαλανεύς, ὁ. Bathing-room: P. and V. λουτρών, ὁ (Xen.). Bathing- tub: Ar. πύελος
    632 bytes (74 words) - 09:22, 21 July 2017
  • порцию (ἑαυτῷ Arph.). βαλανεύς to wait upon a person at the bath, β. ἑαυτῶι to be one's own bath-man, Ar. βαλανεύω βαλανεύς een bad klaarmaken, badknecht
    4 KB (314 words) - 06:05, 10 January 2019
  • Lat. bal(i)neum. [from βαλανεύς Lat. balineum, balneum, a bath or bathing-room, Ar.; in pl., Ar. βαλανεῖον -ου, τό βαλανεύς bad(huis). βαλανεῖον:
    11 KB (1,084 words) - 14:20, 2 October 2019
  • βριλών, βαλανευτής, βαλανείτης, βαλνικάριος, βαλανεύς
    134 bytes (5 words) - 06:56, 22 August 2017
  • ἡ, fem. of βαλανεύς,    A bathing-woman, AP5.81. [Seite 428] ἡ, fem. zu βαλανεύς, Ep. ad. 64 (V, 82). βᾰλάνισσα: ἡ, θηλ. τοῦ βαλανεύς, ὡς βασίλισσα
    1 KB (81 words) - 20:25, 9 January 2019
  • 428] ἡ, fem. zu βαλανεύς, Liban. ας (ἡ) : maîtresse ou servante de bain. Étymologie: fém. de βαλανεύς. -ας, ἡ bañera fem. de βαλανεύς Poll.7.166, τίς
    449 bytes (39 words) - 12:20, 21 August 2017
  • Source: βαλανίς βαλανίς, η (Α) (θηλ. του βαλανεύς) 1. υπηρέτρια σε λουτρά 2. καθαρτική βάλανος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαλανεύς (σημ. 1.) και < βάλανος (σημ. 2)]. Αναζήτηση
    2 KB (128 words) - 07:00, 29 September 2017
  • -έως, ὁ, Μ νοσοκόμος μοναχός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + βαλανεύς «υπηρέτης βαλανείου»]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    306 bytes (20 words) - 12:13, 29 September 2017
  • οῦ, ὁ,    A = βαλανεύς, PSI5.584 (iii B. C.), PTeb.401.24 (i A. D.), etc.: —fem. βᾰλᾰν-εύτρια, Poll 7.166, Lib.Decl.26.19. [Seite 428] ὁ, = vor., Chrysost
    1 KB (77 words) - 06:24, 29 September 2017
  • βαλανεῑον, το (AM) και βαλάνειον και -νιόν, το (Μ) λουτρό. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα βαλανεύς, βαλανείον είναι λέξεις της αττικής κυρίως διαλέκτου που δεν απαντούν στον
    2 KB (136 words) - 07:00, 29 September 2017
  • Plb.30.29.4. Source: βαλανείτης βαλανείτης, ο (Α) ο βαλανεύς. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαλανείον ή βαλανεύς. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    1 KB (73 words) - 17:40, 31 December 2018
  • cotilla, s. cotula. βαλανεύς, ἀργολόγος
    105 bytes (5 words) - 06:59, 22 August 2017
  • ἦτο ἡ ἀγάπη αὐτῶν πρὸς φλυαρίαν, Πλούτ. 2. 177Α, 509Α· πρβλ. κουρεῖον, βαλανεύς. ΙΙ. «ὄρνις ποιός, ἀπὸ τοῦ φθέγγεσθαι ἐμφερὲς ἤχῳ γναφικοῦ μαχαιριοῦ» Ἡσύχ
    3 KB (219 words) - 03:15, 10 January 2019
  • v. balneatrix) balneum, one who has the care of a bath, a bath-keeper, βαλανεύς, Plaut. Poen. 3, 3, 90; id. Truc. 2, 3, 4: balnearis, Cic. Cael. 26, 62;
    1 KB (177 words) - 16:20, 27 February 2019
  • λούζομαι σε δημόσιο λουτρό μαζί με άλλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + βαλανεύω (< βαλανεύς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό |
    1 KB (68 words) - 12:36, 29 September 2017
  • ὕδωρ πρὸς λοῦσιν, Κλέαρχ. παρ᾿ Ἀθην. 518C, Πλούτ. 2. 538Α· καλεῖται καὶ βαλανεύς, παρὰ τῷ αὐτ. 2. 235Β. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 431. ου (ὁ) :
    3 KB (206 words) - 09:40, 31 December 2018
  • balnĭtŏr, ōris, m., maître de bains : Gloss. balnitor, ōris, m. = βαλανεύς, der Bademeister, Gloss. III, 440, 12.
    174 bytes (17 words) - 09:17, 15 August 2017
  • badknecht = βαλανεύς Look up in: Google | Wiktionary | WikiWoordenboek | Βικιλεξικό | Wikipedia | Vandale NL>EN | This site | Mijn | Glosbe | Vandale
    40 bytes (32 words) - 06:35, 10 January 2019
  • банщик = βαλανεύς, τρίπτης, παραχύτης Look up in: Google | Wiktionary | Викисловарь | Βικιλεξικό | Википе́дия | This site | Gramota | Dict.com | Krugosvet
    84 bytes (39 words) - 06:05, 14 October 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)