Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βαρύς" on this wiki. See also the other search results found.

  • Σανσκρ. gurus, gar îyas, = Λατ. gravis, gravior· Γοτθ. Kaurs (βαρύς)· ἴδε ἐν ἄρθρ. Β. β). Βαρύς, μέγα ἔχων βάρος, ἀντιθ. τῷ κοῦφος Ἡρόδ. 4. 150, Πλάτ. Θεαιτ
    52 KB (5,086 words) - 13:25, 3 October 2019
  • επίθ. βαρύς) βλ. βαρύς. (II) η (Μ βαρέα) βαρύ, μεγάλο σιδερένιο σφυρί. [ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. βαριά < μσν. βαρέα < αρχ. βαρεία, θηλ. του επίθ. βαρύς. (III)
    579 bytes (41 words) - 13:22, 8 January 2019
  • Heavy, severe, adj.: P. and V. βαρύς. Serious, alarming: P. and V. δεινός. Dangerous: P. ἐπικίνδυνος. Grave (accent): P. βαρύς (Plat.). subs. P. and V. θήκη
    1 KB (112 words) - 07:07, 22 August 2017
  • V. βαρύς, ἐμβριθής (Plat. but rare P.), Ar. βαρύσταθμος. Met., despondent: P. and V. ἄθυμος (Xen.), V. δύσθυμος, δύσφρων. Grievous: P. and V. βαρύς, ἐπαχθής
    1 KB (109 words) - 09:42, 21 July 2017
  • προσάντης, V. δυσπετής, Ar. and P. χαλεπός. Painful: P. and V. λυπηρος, πικρός, βαρύς, δυσχερής, V. δυσπόνητος, πολύπονος, ἀχθεινός, λυπρός. Cruel: P. and V. ὠμός
    2 KB (163 words) - 08:15, 10 January 2019
  • βλ. βαρύς. [ΕΤΥΜΟΛ. Το θηλ. του επίθ. βαρύς, με χρήση ουσιαστικού]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο
    198 bytes (20 words) - 07:00, 29 September 2017
  • adverb from βαρύς; heavily (figuratively): dull. adverb (βαρύς, which see), heavily, with difficulty: Herodotus on.) επίρρ. βλ. βαρύς. Αναζήτηση σε:
    2 KB (213 words) - 13:15, 3 October 2019
  • Stricken in years: P. πόρρω τῆς ἡλικίας, V. ἐν γήρᾳ βαρύς, σὺν γήρᾳ βαρύς. Stricken with disease: V. νόσῳ βαρύς. Look up stricken on Perseus Dictionaries | Perseus
    416 bytes (47 words) - 09:48, 15 August 2017
  • the senses: P. and V. κωφός. blunt: P. and V. ἀμβλύς. of sound: P. and V. βαρύς. tarnished: see tarnished. of the intelligence: P. and V. σκαιός, ἀμαθής
    836 bytes (94 words) - 18:43, 17 November 2019
  • adj. P. and V. βαρύς Murderous: see murderous. Met.; see winning. Look up killing on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    196 bytes (28 words) - 09:45, 21 July 2017
  • το επίθ. βαρύς υπάρχει το ουσ. βάρος, το οποίο παράγεται από τη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας gwer «βαρύς» (αντί βέρος), αναλογικά προς το βαρύς και κατά
    20 KB (1,870 words) - 13:15, 3 October 2019
  • (Μ βαραίνω) 1. γίνομαι βαρύς 2. προκαλώ αίσθημα βάρους, στενοχωρώ 3. σκληρύνομαι νεοελλ. Ι. 1. έχω βάρος, είμαι βαρύς 2. στενοχωρούμαι, αγανακτώ 3. στενοχωρώ
    1 KB (98 words) - 07:00, 29 September 2017
  • αὐστηρός. Of style: P. αὐστηρός. Severe: P. and V. πικρός, τραχύς, σκληρός, βαρύς, ἀγνώμων, σχέτλιος, Ar. and P. χαλεπός; see cruel. Of looks: P. and V. σκυθρωπός
    713 bytes (71 words) - 09:42, 21 July 2017
  • adj. P. and V. ἐπίφθονος, ἐπαχθής, λυπηρός, βαρύς, P. ἀηδής; see also hateful. Look up odious on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora
    234 bytes (30 words) - 09:47, 21 July 2017
  • adj. P. and V. βαρύς ὀχληρός, δυσχερής, λυπηρός, κακός, ἀνιαρός, ἐπαχθής, προσάντης (Plat.), Ar. and P. χαλεπός, ἐπίπονος, P. πραγματώδης, V. ἀχθεινός
    677 bytes (63 words) - 11:00, 7 August 2017
  • ὀδυνηρός, V. διώδυνος. Distressing: P. and V. λυπηρός, ἀνιαρός, πικρός, βαρύς, V. δύσφορος (also Xen. but rare P.), λυπρός: see grievous, distressing.
    714 bytes (79 words) - 10:03, 21 July 2017
  • adj. P. and V. λυπηρός, βαρύς, ἄθλιος, οἰκτρός, ἀνιαρός, ἀλγεινός, ἐπαχθής, δυσχερής, ὀχληρός, πικρός, V. λυπρός, δύσφορος (Xen. also but rare P.), δύσοιστος
    832 bytes (69 words) - 09:42, 21 July 2017
  • ἐνστηνής, βριαρός, βιοθάλμιος, γλίον, βίαιος, ἀζηχής, ἐντενής, δηκτικός, βαρύς, ἐμβριθής, δυνατός, ἀνδρεῖος, ἁδινός, ἐγκρατής, ἔντονος, βριμός, ἀλκηστής
    611 bytes (29 words) - 07:06, 22 August 2017
  • ὀδυνηρός, V. διώδυνος. Distressing: P. and V. λυπηρός, ἀνιαρός, πικρός, βαρύς, V. λυπρός, δύσφορος (also Xen. but rare P.); see grievous. Look up painful
    401 bytes (45 words) - 09:48, 21 July 2017
  • παντομισής, ἀπευκτός, ἄπευκτος, δυσφιλής, ἀπεχθής. unpleasant: P. and V. βαρύς, P. ἀηδής. Look up hateful on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus
    460 bytes (44 words) - 06:13, 27 August 2017

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)