Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βαρύτης" on this wiki. See also the other search results found.

  • Festigkeit, wo man βραδυτής vermuthet. βᾰρύτης: [ῠ], ητος, ἡ, (βαρύς) βάρος, βαρύτης, Θουκ. 7. 62· βαρύτης μέλους, ὀκνηρία, Πλουτ. 2. 978C. ΙΙ. ἐπὶ ἀνθρώπων
    8 KB (696 words) - 08:28, 11 October 2019
  • γαυρίαμα, αὐθάδεια, ἀναφύσημα, αὔχα, αὔχημα, ἄγαλμα, αὖχος, βρένθος, αὔχησις, βαρύτης, γάνος, γαῦρος
    250 bytes (12 words) - 06:52, 22 August 2017
  • leaden weight, subs.: P. and V. μολυβδίς, ἡ (Soph., Fragment). heaviness: P. βαρύτης, ἡ, V. βάρος, τό. burden: P. and V. ἄχθος, τό, Ar. and V. βάρος, τό, V.
    2 KB (193 words) - 08:50, 20 May 2020
  • η (AM βαρύτης) βαρύς) 1. το να είναι κάτι βαρύ, το βάρος 2. (για ήχο) το να είναι βαθύς, χαμηλός νεοελλ. 1. η σοβαρότητα, το κύρος 2. η κρισιμότητα 3.
    1 KB (100 words) - 07:00, 29 September 2017
  • ἀγώγιον, ἐξάρτημα, ἄρμα, ἔλασμα, βρῖθος, βριθοσύνη, ἀχθηδών, βάρος, βαρίη, βαρύτης, ἄρτημα
    310 bytes (15 words) - 06:51, 22 August 2017
  • αὐταρέσκεια, αὐθάδεια, ἀπόνοια, γαυρότης, ἐμφυσίωσις, βρένθος, ἀτασθαλία, βαρύτης, ἀγηνορίη, ἁλιφροσύνη, γαῦρος
    373 bytes (15 words) - 06:56, 22 August 2017
  • Pl.Ti. 61e, cf. 56d.    II of the senses,    1 of sound, sharpness, opp. βαρύτης, Id.Phlb. 17c, Tht. 163c.    2 of taste, pungency, acidity, in pl., Hp.VM19
    7 KB (546 words) - 18:41, 5 May 2020
  • ἀμετρία, ἀπρέπεια, ἀπρεπής, ἀκαιρία, ἀωρία, βαρύτης
    137 bytes (6 words) - 07:09, 22 August 2017
  • P. βαρύτης, ἡ, V. βάρος, τό. Met., despondency: P. and V. ἀθυμία, ἡ, δυσθυμία, ἡ (Plato). distress: P. and V. λυπή, ἡ, P. ταλαιπωρία. ἡ, Ar. and V. ἄλγος
    581 bytes (58 words) - 08:54, 20 May 2020
  • βάρυνσις, ἐκβρίθεια, βάρος, βαρύτης, βαρυσμός
    119 bytes (5 words) - 06:39, 22 August 2017
  • δεινότης, ἀνάτασις, ἐνδύναμος, βαρύτης, ἔντονος
    125 bytes (5 words) - 07:10, 22 August 2017
  • αὐστηρός, ἐμβρίθεια, βάρυνσις, βάρος, βαρύτης
    120 bytes (5 words) - 06:42, 22 August 2017
  • P. βαρύτης, ἡ, P. and V. δυσχέρεια, ἡ. ⇢ Look up "irksomeness" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia | Google
    205 bytes (25 words) - 09:20, 20 May 2020
  • P. and V. δυσχέρεια, ἡ, P. ἀηδία, ἡ. odiousness: P. βαρύτης, ἡ. Met., quarrel: see quarrel. ⇢ Look up "unpleasantness" on Perseus Dictionaries | Perseus
    295 bytes (33 words) - 09:09, 20 May 2020
  • slowness: P. βραδύτης, ἡ. irksomeness: P. βαρύτης, ἡ. ⇢ Look up "tediousness" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    219 bytes (25 words) - 09:13, 20 May 2020
  • ἀνακυρίωσις, αὖχος, βαρύτης
    80 bytes (3 words) - 06:54, 22 August 2017
  • ἰθύτης, ἡ (Α) ευθύτητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰθυς + κατάλ. -της (πρβλ. βαρύτης < βαρύς, ευθύτης < ευθύς)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια |
    414 bytes (22 words) - 07:19, 29 September 2017
  • P. ἀηδία, ἡ, βαρύτης, ἡ. rudeness: P. and V. ὕβρις, ἡ. ⇢ Look up "offensiveness" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    236 bytes (28 words) - 09:13, 20 May 2020
  • affected, ἀπαμφιεῖ τὸ κ. σου ἡ μέθη your false assumptions, Men.339; κ. βαρύτης Plu.2.44a. καταπλαστός: -όν, ὁ καταπλασσόμενος, ἐπιτιθέμενος ὡς κατάπλασμα
    3 KB (192 words) - 14:10, 9 January 2019
  • P. βαρύτης, ἡ, P. and V. δυσχέρεια, ἡ. ⇢ Look up "troublesomeness" on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary | Wikipedia
    206 bytes (25 words) - 09:20, 20 May 2020

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)