Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Search results

There is a page named "βασιλικός" on this wiki. See also the other search results found.

  • Τραλλ. ε) (ἐξυπακ. τοῦ λάχανον) τὸ φυτὸν ὁ βασιλικός, ocimum basilicum, Ἀριστ. Φυτ. 1.4, 10. 3) βασιλικός, ὁ, (ἐξυπακ. τοῦ οἶκος), ἀνάκτορον, παλάτιον
    23 KB (1,923 words) - 13:15, 3 October 2019
  • -οῦ, ὁ Basílico rétor de Nicomedia (II d.C.), Aps.p.217, Sud. Source: Βασιλικός
    88 bytes (15 words) - 12:06, 21 August 2017
  • η βλ. βασιλικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang.gr | Κάτο βᾰσῐλική: ἡ 1) (sc. τέχνη) искусство царствовать
    635 bytes (50 words) - 19:55, 4 January 2019
  • adj. P. and V. βασιλικός, ἀρχικός, βασίλειος (Thuc. 1, 132), τυραννικός, V. τύραννος. Magnificent: P. and V. σεμνός; see magnificent. Look up royal on
    325 bytes (37 words) - 09:50, 21 July 2017
  • ἀνάξιος, -ον (Μ) ἄναξ αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε άνακτα, σε βασιλιά, βασιλικός, λαμπρός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό
    2 KB (156 words) - 12:13, 8 January 2019
  • στρατηγού («ἀναλαμβάνων τὴν χλαμύδα, ὁπότε μέλλοι στρατηγεῑν», Πλούτ.) γ) ο βασιλικός μανδύας («καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κόκκινην», ΚΔ) 2
    1 KB (96 words) - 12:47, 29 September 2017
  • τύραννος (also Thuc. but rare P. as adj.). Royal: P. and V. τυραννικός, βασιλικός, βασίλειος, ἀρχικός. Connected with empire: P. ἀρχικός. Look up imperial
    591 bytes (51 words) - 06:51, 22 August 2017
  • adj. P. and V. βασιλικός, βασίλειος, ἀρχικός, τυραννικός, V. τύραννος. Look up regal on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    230 bytes (27 words) - 09:49, 21 July 2017
  • adj. P. and V. βασιλικός, ἀρχικός, βασίλειος, τυραννικός, V. τύραννος. Look up princely on Perseus Dictionaries | Perseus KWIC | Perseus Corpora | Wiktionary
    230 bytes (27 words) - 09:48, 21 July 2017
  • adj. Royal: P. and V. βασιλικός, ἀρχικός, βασίλειος (Thuc. 1, 132), τυραννικύς, V. τύραννος. Fit to rule: B. ἀρχικός. Dignified: P. and V. σεμνός. Look
    378 bytes (41 words) - 09:45, 21 July 2017
  • ψεκασμούς τών φυτών για προστασία από έντομα, μύκητες κ.ά. εχθρούς 3. φρ. «βασιλικός πολτός» — προϊόν πολτώδους σύστασης το οποίο παράγεται από τις μέλισσες
    2 KB (141 words) - 12:19, 29 September 2017
  • άρχοντα, βασιλικός, σε Τραγ.· κύκλος τυραννικός, ο κύκλος ή το συνέδριο βασιλέων, σε Σοφ. 2. αυτός που αρμόζει σε τύραννο, δεσποτικός, βασιλικός, τυραννικὰ
    10 KB (769 words) - 14:15, 14 January 2019
  • αξίωμα ή κοινωνική θέση) ανώτερος 2. ο προερχόμενος από βασιλική γενιά, βασιλικός, πριγκιπικός 3. (για ήχο ή φωνή) οξύς 4. το ουδ. ως ουσ. το υψηλό (για
    5 KB (368 words) - 11:35, 14 January 2019
  • αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ανάκτορο ή στον άνακτα, παλατιανός, βασιλικός 2. αυτός που αφοσιώνεται στον βασιλιά. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη
    344 bytes (35 words) - 06:53, 29 September 2017
  • χρήματα, περιουσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ισπ. real / rial < real «βασιλικός» (< λατ. regalis «βασιλικός»)]. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια
    519 bytes (34 words) - 11:35, 14 January 2019
  • φυσικό περιβάλλον ή σε θερμοκήπια β) «Εθνικός Κήπος» (γνωστός άλλοτε και ως Βασιλικός Κήπος, γιατί επί βασιλείας Όθωνος και Γεωργίου Α' ήταν ο κήπος τών ανακτόρων)
    6 KB (446 words) - 12:45, 15 February 2019
  • φυτού και επιτελεί σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία της διαπνοής (α. «βασιλικός πλατύφυλλος με τα σαράντα φύλλα» β. «τα φύλλα της ελιάς» γ. «ἰδὼν συκῆν
    13 KB (750 words) - 12:49, 29 September 2017
  • ο υποστηρικτής του βασιλικού θεσμού, βασιλικός, φιλοβασιλικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < βασιλεύς + -φρων < φρην. Η λ. με τον τύπο βασιλόφρων μαρτυρείται στον Κ. Κούμα]
    473 bytes (30 words) - 06:24, 29 September 2017
  • στο οποίο γίνονταν οι συγκεντρώσεις της γερουσίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος + βασιλικός. Αναζήτηση σε: Google | Τριανταφυλλίδη | Βικιπαίδεια | Βικιλεξικό | slang
    381 bytes (24 words) - 12:07, 29 September 2017
  • τάπητα με πορφυροϊώδη άνθη 2. είδος εύοσμου φυτού που μοιάζει με το φυτό βασιλικός μσν. το φυτό επιμήδιον. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας]. (II) ἔρινος, -η
    679 bytes (54 words) - 13:01, 8 January 2019

View (previous 20 | next 20) (20 | 50 | 100 | 250 | 500)